Scroll Top
testimonials_ziogas

Μαρτυρίες: Γιάννης Ζιώγας*

Τη χρονιά του Πολυτεχνείου δεν είχα κλείσει ακόμη τα 11, μέναμε με την οικογένειά μου στην οδό Καπνοκοπτηρίου 10. Η Καπνοκοπτηρίου είναι ένα μικρός δρόμος που ενώνει την Αβέρωφ με τη Στουρνάρη (νοητή προέκταση της οδού Φυλής) μεταξύ Αχαρνών και Αριστοτέλους. Σχολείο πήγαινα στο 54ο Δημοτικό, στην οδό Μιχαήλ Βόδα 9. Η γειτονιά μας ήταν η ευρύτερη περιοχή μεταξύ Πατησίων και Λιοσίων, τρία τετράγωνα από το Πολυτεχνείο και το Αρχαιολογικό Μουσείο, με σημεία αναφοράς την πλατεία Βάθη και την οδό Μάρνη.

Από την πρώτη μέρα της κατάληψης καταλάβαμε ότι κάτι μεγάλο συνέβαινε. Τα φροντιστήρια αγγλικών και οι άλλες ενασχολήσεις που είχαμε συνεχίζονταν κανονικά, και συχνά περνάγαμε από την 3η Σεπτεμβρίου, την Αριστοτέλους, τη Μάρνη και βλέπαμε τον ενθουσιασμό του κόσμου, θυμάμαι ακόμη τα λεωφορεία με τα γκράφιτι , ενώ ακούγαμε τα μεγάφωνα και κυρίως τον ραδιοφωνικό σταθμό του Πολυτεχνείου από την πρώτη ώρα που άρχισε να εκπέμπει. Στο 54ο Δημοτικό που πηγαίναμε  ανάμεσα στα παιδιά το θέμα συζήτησης ήταν το τι είχαμε ακούσει στον ραδιοφωνικό σταθμό. 

Η νύχτα της εισβολής του τανκ ξεκίνησε με μια μεγάλη ένταση, δεν θυμάμαι τις ώρες με φωνές, πυροβολισμούς, κραυγές, χτυπήματα στο θυροτηλέφωνο, τη μυρωδιά των καπνογόνων. Οι γονείς αμπάρωσαν την πόρτα του διαμερίσματος και δεν ανοίξανε σε κανένα. Η κυρία Δελήμπαση, μια δασκάλα που έμενε στο ισόγειο, άνοιξε την πόρτα της πολυκατοικίας κι έκρυψε στο διαμέρισμά της πολύ κόσμο.

Την επόμενη μέρα, Σάββατο, τα σχολεία λειτουργούσαν κανονικά. Ο πατέρας μου μας πήγε από τη συνηθισμένη διαδρομή (Αβέρωφ, Αχαρνών, Σουρμελή, Αλκιβιάδου, Ηπείρου, Μιχαήλ Βόδα). Η γειτονιά ήταν σε πλήρη καταστροφή. Μυρωδιά των δακρυγόνων παντού, χιλιάδες τενεκεδάκια από δακρυγόνα σπαρμένα στο οδόστρωμα, από τη διπλανή στην πολυκατοικία μας ξυλαποθήκη όλα τα ξύλα πεταμένα στο δρόμο. Από ό,τι μάθαμε οι αγωνιστές τα χρησιμοποίησαν σε μια σώμα με σώμα συμπλοκή στην Καπνοκοπτηρίου. Δεν θα ξεχάσω τους ανθρώπους που περπατούσαν τοίχο τοίχο. Ο ένας από αυτούς είχε το χέρι του τυλιγμένο με πανί ή επιδέσμους να κρέμεται από τον ώμο του, με αίματα να στάζουν. Θυμάμαι την άσφαλτο της Αχαρνών σκαμμένη από τις ερπύστριες. Στο δρόμο πολλά αυτοκίνητα είχαν τοποθετηθεί ως οδοφράγματα και ειδικά τη Σουρμελή που ήταν αφετηρία λεωφορείων και λεωφορεία. Κάποια από αυτά στραπατσαρισμένα από τα τανκς και τα άλλα στρατιωτικά οχήματα που πέρασαν από πάνω τους. Ανάμεσα στα αυτοκίνητα διακρίναμε και το δικό μας που σαν από σύμπτωση είχε μείνει ανέπαφο, τοποθετημένο ανάμεσα σε λεωφορείο και το πεζοδρόμιο κάθετα στη Σουρμελή.

Φτάσαμε στο σχολείο όπου η ατμόσφαιρα ήταν σχεδόν πανηγυρική, έτσι τη θυμάμαι. Τα παιδιά μίλαγαν με ενθουσιασμό για τα γεγονότα που είχαν γίνει λίγες μόλις ώρες πριν, αφηγούνταν ότι κάποια από αυτά ότι είχαν κατέβει στο δρόμο και συμμετείχαν στη συμπλοκή με τους δικούς τους, ειδικά στη περιοχή Σουρμελή, στο σημείο της αφετηρίας των λεωφορείων. Δεν θυμάμαι να μπήκαμε στις τάξεις για μάθημα. Κάποια στιγμή ανακοινώθηκε ότι έπρεπε να επιστρέψουμε άμεσα  στα σπίτια μας. Επικράτησε πανικός με παιδιά άρχισαν να φεύγουν μόνα τους προς τα σπίτια τους, όπως και εμείς.

Όταν φτάσαμε σπίτι τα δυο παιδιά ήμασταν μόνα, οι γονείς μας, δημόσιοι υπάλληλοι, ήταν ακόμη στην υπηρεσία τους. Βγήκαμε στο μπροστινό μπαλκόνι η αδελφή μου κι εγώ για να βλέπουμε τι γινόταν στο δρόμο. Ακούγονταν κρότοι, μετά μάθαμε ότι ήταν πυροβολισμοί. Κάποια στιγμή πέρασε με ταχύτητα κατεβαίνοντας την Αβέρωφ μια μηχανοκίνητη φάλαγγα με τουλάχιστον πέντε οχήματα με πολλούς στρατιώτες στο αμάξωμα. Θυμάμαι τους πολυβολητές, δεν απείχαν πάνω από πενήντα μέτρα ευθεία από το μπαλκόνι όπου στεκόμασταν. Τότε είδαμε το πατέρα μας να έρχεται τρέχοντας προς το σπίτι και να ουρλιάζει χειρονομώντας ζητώντας να μπούμε μέσα γρήγορα. Μπήκαμε, έφτασε ο πατέρας, λίγο αργότερα και η μητέρα μας και κλείσαμε παντζούρια, παράθυρα και κουρτίνες και πήγαμε στα πίσω δωμάτια προς τον ακάλυπτο. Ακούγονταν πυροβολισμοί, κάποια στιγμή μια ριπή πολύ έντονη, πολύ κοντά. Μάθαμε ότι ένας Πακιστανός εργάτης, από εκείνους που διέμεναν στην περιοχή και δούλευε στα Ναυπηγεία,  είχε εκτελεστεί ενώ περνούσε τη Φυλής. Πιθανόν να ήταν φημολογία. Πάντως, το όνομά του δεν βρίσκεται στον κατάλογο των νεκρών.


* Ο Γιάννης Ζιώγας είναι ζωγράφος, Καθηγητής στο Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών της Σχολής Καλών Τεχνών στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Επίσης είναι συγγραφέας μελετών όπως «Ο βυζαντινός Μάλεβιτς» (εκδ. Στάχυ), «Ο Ταρκόφσκυ στη Χαλκίδα» (εκδ. Στάχυ), ενώ έχει επιμεληθεί συλλογικούς τόμους.