Scroll Top
home-slide-polytexneio73-15

Μαρτυρίες: Γιάννης Ευλογημένος*

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΓΙΑ ΤΑ 50 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΣΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ

του Γιάννη Ευλογημένου

δευτεροετή τότε στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών ΕΜΠ

Από τον Γενάρη του 1974 που ξαναγύρισα στο Πολυτεχνείο, μετά τα συγκλονιστικά γεγονότα του Νοέμβρη, η κατάσταση είχε αλλάξει παντελώς. Στην αυλή στεκόμασταν μόνο για να πάρουμε τον καφέ από το κυλικείο και μετά σερνόμασταν στις αίθουσες, όχι κατ’ ανάγκη για μάθημα, αποφεύγοντας να συζητάμε πάνω από δύο ή το πολύ τρία άτομα. Ο φόβος επισκίαζε τα βήματά μας και κυκλοφορούσαν φήμες για συλλήψεις και φυλακίσεις φοιτητών. Γνωστοί συνάδελφοι αγωνιστές έλειπαν όλο αυτό το διάστημα, ευχόμασταν να κρύβονται σε ασφαλή σπίτια και όχι να βρίσκονται κλεισμένοι σε κάποιο μπουντρούμι. Όλο αυτό το σκηνικό μέχρι τις εξετάσεις τον Ιούλιο. 

Η μοναδική μας αντίδραση πραγματοποιήθηκε ένα πρωί, μετά από πολλαπλές συνεννοήσεις, όταν μια μικρή ομάδα είκοσι περίπου από τους «γνωστούς αγωνιστές του προαύλιου» που είχαμε απομείνει, τολμήσαμε και μαζευτήκαμε στην κεντρική πύλη της Πατησίων. Ρίξαμε στο πάτωμα λίγα λουλούδια, χειροκροτήσαμε αμίλητοι για ένα περίπου λεπτό και μετά εξαφανιστήκαμε με γοργά βήματα πίσω στα κτίρια των σχολών μας. Ούτε οι ασφαλίτες της κεντρικής πύλης δεν πρόλαβαν να αντιδράσουν στην αστραπιαία εκδήλωσή μας. Τι νόημα είχε αυτή η κίνησή μας; Επί της ουσίας κανένα, αφού πέρασε σχεδόν απαρατήρητη, όμως το επιδιώξαμε πάνω απ’ όλα για τόνωση του δικού μας ηθικού, προσπαθώντας να ξεπεράσουμε τα «ένοχα» ερωτήματα του ψυχολογικού δράματος που βιώναμε.

Χωρίς πολλά λόγια, οι άλλοι φοιτητές μάς κατηγορούσαν ότι εμείς οι λίγοι που παρακινήσαμε τον κόσμο στην κατάληψη του Πολυτεχνείου οδηγήσαμε, χωρίς να το θέλουμε, το φοιτητικό κίνημα στη διάλυση. Αν δεν είχε γίνει η εξέγερση του Νοέμβρη, τώρα θα ήμασταν ενεργοί συνδικαλιστικά, με εκλεγμένους δημοκρατικούς φοιτητικούς συλλόγους και με δυνατή φωνή. Η κατηγορία αυτή πλανιόταν στον αέρα, έστω κι αν δεν μας κατηγορούσε κανείς ανοιχτά. Δεν σταματούσαμε όμως να αναρωτιόμαστε αν η εποποιία του Πολυτεχνείου ήταν αντικειμενικά ήττα για το φοιτητικό κίνημα.

Όλο αυτό το νεκρό διάστημα ήμουν μέλος της οργάνωσης ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος. Βρισκόμασταν, ο Νίκος ο Σκλαβούνος κι εγώ, μαζί σε έναν πυρήνα με την καθοδήγηση του Δημήτρη Χατζησωκράτη. Αναλύαμε τη θεωρία του ειρηνικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό και περιμέναμε την αλλαγή των δεδομένων στη χώρα μας. Και σε αυτές τις συναντήσεις έπεφτε συνέχεια το καρφί από τον Δημήτρη για τον αυθορμητισμό των λίγων, εκείνο τον Νοέμβρη, που έθαψε το φοιτητικό κίνημα.

Εγώ είχα εγκλωβιστεί σε ένα διαρκές δίλημμα. Όλες οι απόψεις της οργάνωσης με έβρισκαν σύμφωνο, αλλά ενδόμυχα θεωρούσα ότι η εξέγερση στο Πολυτεχνείο ήταν η ποιοτικότερη και η πιο μεγαλειώδης αντιφασιστική εκδήλωση που είχα ζήσει μέχρι τότε. Μια κατάληψη στον χώρο του Πολυτεχνείου ήταν ένα όραμα για μένα. Μετά την κατάληψη της Νομικής και ιδιαίτερα μετά τη δεύτερη αποτυχημένη προσπάθεια επανάληψής της, είχα αρχίσει να ονειρεύομαι μια κατάληψη στο Πολυτεχνείο. Η κατάληψη της Νομικής, στην οποία συμμετείχα, μου είχε αφήσει έντονο προβληματισμό. Κλεισμένοι σε ένα κτίριο, είχαμε απομονωθεί από τον έξω κόσμο. Φωνάζαμε συνθήματα από την ταράτσα του κτιρίου, πολύ μακριά από τους Αθηναίους πολίτες. Οι πόρτες είχαν κλείσει σχεδιασμένα από την επιτροπή αγώνα, αλλά χωρίς καμιά προειδοποίηση. Έμειναν μέσα ορισμένοι φοιτητές χωρίς να το αντέχουν πνευματικά, αλλά και όλοι μας κλειστήκαμε χωρίς προμήθειες, άρα η κατάληψη είχε σύντομο χρόνο λήξης.

Μια κατάληψη στο Πολυτεχνείο, που θα ήταν πιο προχωρημένη (γιατί;) μορφή αντίστασης στη χούντα, θα είχε σίγουρα τελείως διαφορετικά χαρακτηριστικά. Τέτοιο στόχο όμως τον ενστερνιζόμασταν πολύ λίγοι φοιτητές στο Πολυτεχνείο. Τελικά η ιστορία θα έκρινε το τελεσίδικο πόρισμα. Είχαμε άραγε εμείς οι λίγοι δίκιο;

Πόσο λίγοι ήμασταν, αλήθεια; Αν στις μαζικές συνελεύσεις που πραγματοποιήθηκαν ταυτόχρονα σε όλες τις σχολές του Πολυτεχνείου την Τετάρτη στις 14 του Νοέμβρη υπήρχε πρόταση για κατάληψη, δεν θα ψηφιζόταν ούτε καν από το 10% των συμμετεχόντων. Σε εκείνες τις συνελεύσεις συμμετείχαν αθροιστικά και στις πέντε σχολές από δύο έως δυόμισι χιλιάδες φοιτητές. Εμείς που επιθυμούσαμε την κατάληψη, οι γνωστοί «επαναστάτες», ήμασταν περίπου διακόσιοι σπουδαστές από όλες τις σχολές. Και το λέω με απόλυτη βεβαιότητα, αφού γνωριζόμασταν ένας προς έναν τότε. 

Και, εύστοχα, θα ρωτήσει ο οποιοσδήποτε, «έγινε κατάληψη από διακόσιους φοιτητές;». Φύσει αδύνατον. Για να γινόταν εφικτή μια κατάληψη στο Πολυτεχνείο, με τη μεγάλη του έκταση και τη σύνδεσή του με εισόδους σε τρεις δρόμους (Πατησίων, Τοσίτσα και Στουρνάρη), θα απαιτούνταν μια δύναμη κατ’ ελάχιστο πέντε χιλιάδων αποφασισμένων αγωνιστών.

Ας παρακολουθήσουμε τα γεγονότα βήμα προς βήμα.

Εκείνη την εποχή η χούντα προσπαθούσε να ντυθεί με μανδύα «φιλελευθεροποίησης». Προετοίμαζε ένα πολιτικό σκηνικό με ελεγχόμενες εθνικές εκλογές, με συμμετοχή διαφόρων κομμάτων. Μάλιστα, για να πείσουν για την ειλικρίνεια των προθέσεών τους, ανακάλεσαν την υποχρεωτική στράτευση όλων των συνδικαλιστών φοιτητών, με την οποία τους είχαν τιμωρήσει την άνοιξη του 1973. Εκείνες τις ημέρες, γυρνούσαν ένας προς έναν από το στρατό, πίσω στη φοιτητική ζωή. Εμείς το σχέδιο εκείνο το αποκαλούσαμε τότε πορεία προς τον «Κοινοβουλευτικό φασισμό». 

Πρώτο στάδιο ήταν οι «ελεύθερες» φοιτητικές εκλογές. Θα ρωτήσει κάποιος, τι νόημα θα είχε η «παραχώρηση» από τη χούντα αδιάβλητων φοιτητικών εκλογών; Όταν, ήδη από το 1973, οι δημοκρατικοί φοιτητές είχαν πάρει τον έλεγχο της εξουσίας στους συλλόγους στα πανεπιστήμια και είχαν εξουδετερώσει τις δοτές χουντικές διοικήσεις; Πρώτα πέρασαν στα χέρια των δημοκρατών φοιτητών οι τοπικοί επαρχιακοί σύλλογοι. Οι Κρητικοί, οι Στερεοελλαδίτες, οι Θεσσαλοί, οι Δωδεκανήσιοι και οι Ηπειρώτες. Μετά αλώθηκαν και οι κλαδικοί σύλλογοι στις σχολές. Οι δημοκρατικοί φοιτητές με μαζικές συνελεύσεις κατάργησαν τα φιλοχουντικά διοικητικά συμβούλια και εξέλεξαν τα μέλη των Επιτροπών αγώνα ανά σχολή. Παρά τα κεκτημένα, όμως, η επίσημη αναγνώριση από το χουντικό καθεστώς της νομιμότητας των μελλοντικών ελεύθερα εκλεγμένων δημοκρατικών συμβουλίων των συλλόγων στα πανεπιστήμια θα προσέδιδε μια άλλη διάσταση στον εθνικό πολιτικό συσχετισμό. 

Οι πέντε συνελεύσεις στο Πολυτεχνείο στις 14 του Νοέμβρη είχαν ως θέμα τη συμμετοχή των φοιτητών στις διενεργούμενες από το καθεστώς φοιτητικές εκλογές. Σε αυτή την τακτική θα συμφωνούσαμε τελικά όλοι οι δημοκρατικοί φοιτητές. Εμείς όμως, οι «διακόσιοι», βάζαμε σαν πρώτη επιλογή την προτεραιότητα της πολιτικής αντιπαράθεσης με τη χούντα.

Τη Δευτέρα 12 του Νοέμβρη, εμείς οι γνωστοί διακόσιοι διαδηλώσαμε μπροστά στην πύλη της Πατησίων. Για καμιά ώρα, γύρω στις δώδεκα το μεσημέρι, φωνάζαμε για πρώτη φορά αποκλειστικά πολιτικά συνθήματα, «Κάτω η χούντα», «Έξω οι Αμερικάνοι» και «Έξω το ΝΑΤΟ».

Το ίδιο ακριβώς επαναλήφθηκε και την Τρίτη στις 13 και την Τετάρτη στις 14 του Νοέμβρη. Απ’ έξω, στην Πατησίων, μαζευόταν αρκετός κόσμος περιμένοντας στη στάση των τρόλεϊ, αλλά οι περισσότεροι παρέμεναν στο πεζοδρόμιο με την προσοχή στραμμένη στους διαδηλωτές και στα συνθήματα. Ήταν κατεξοχήν μαθητές σχολείων ή φροντιστηρίων, όλοι διψασμένοι για αντίσταση στη δικτατορία. Η μαθητική φωνή πληροφόρησε με μεγάλη ταχύτητα συμμαθητές και φίλους ότι γίνονται ταραχές και διαδηλώσεις στο Πολυτεχνείο. Κάθε μέρα μεγάλωνε ο αριθμός των συγκεντρωμένων και ειδικά εκείνη την Τετάρτη υπήρχε μεγάλη συγκέντρωση πλήθους. 

Μετά τις δύο το μεσημέρι, οι φοιτητές του Πολυτεχνείου συγκεντρώθηκαν στα αμφιθέατρα ανά σχολή σε γενικές συνελεύσεις, με θέμα τις επερχόμενες φοιτητικές εκλογές. Το προαύλιο μπροστά στην είσοδο της Πατησίων σχεδόν εκκενώθηκε. Διαφορετική ήταν η κατάσταση στα πεζοδρόμια της Πατησίων. Νέοι, μαθητές, αλλά και άτομα μεγαλύτερης ηλικίας έμεναν εκεί αναμένοντας τις εξελίξεις. Περίμεναν τη σπίθα που θα άναβε τη φωτιά της διαδήλωσης κατά της δικτατορίας. Στο χρονικό διάστημα που πραγματοποιούνταν οι συνελεύσεις των φοιτητών του Πολυτεχνείου, έφτασαν οργανωμένα περίπου τριακόσιοι φοιτητές από την Φυσικομαθηματική και τη Νομική, που είχαν συγκέντρωση στο κτίριο της Νομικής και έμαθαν εκεί ότι στο Πολυτεχνείο γίνονται μεγάλης έκτασης διαδηλώσεις. Όταν έφθασαν στην Πατησίων, αντίκρισαν κενό τον χώρο μέσα στην αυλή του Πολυτεχνείου. Απογοητευμένοι σκέφτονταν να αποχωρήσουν, αφού η πληροφορία που είχαν λάβει δεν ευσταθούσε. Η ύπαρξη όμως του κόσμου στο πεζοδρόμιο και ο εμφανής αναβρασμός στην ατμόσφαιρα καθήλωσαν τους περισσότερους από τους τριακόσιους, και παρέμειναν στον χώρο.

Οι φοιτητές της σχολής των τοπογράφων τελείωσαν πρώτοι ως συνήθως τη γενική τους συνέλευση και ήρθαν άμεσα σε επαφή με τους αναστατωμένους νέους της Πατησίων. Ήταν η Στέλλα η τοπογράφος που ήρθε στο αμφιθέατρο των πολιτικών μηχανικών και με ενημέρωσε με ενθουσιασμό, «Τι κάνετε εδώ; έξω γίνεται χαμός». 

Δεν το πολυσκέφτηκα. Προτιμούσα τις φασαρίες από μια ήρεμη χωρίς διαφωνίες συνέλευση. Στην κεντρική πύλη είχε μαζευτεί κόσμος μέσα και έξω. Δεν ξέρω ποιος φώναξε πρώτος το σύνθημα «Κάτω η χούντα» και αμέσως άρχισε η διαδήλωση. Μόνο που τώρα δεν φωνάζαμε μόνο εμείς από μέσα, αλλά και αυτοί από την Πατησίων. 

Αυθόρμητα, μας ήρθε η έμπνευση να ανοίξουμε διάπλατα τις πόρτες. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ανοιχτή ήταν μόνο η καγκελόπορτα του ενός μέτρου για τους πεζούς, αλλά εμείς ανοίξαμε και τις μεγάλες εισόδους για τη διέλευση οχημάτων. Καλέσαμε τον κόσμο από το πεζοδρόμιο να έρθει μέσα στο προαύλιο του Πολυτεχνείου. Μέσα σε λίγα λεπτά, ο χώρος ανάμεσα στην Πρυτανεία και τη Σχολή Καλών Τεχνών γέμισε κόσμο που φώναζε παθιασμένα συνθήματα κατά της χούντας. Ήταν απόγευμα, γύρω στις πέντε, και η κατάληξη της ημέρας είχε αρχίσει να προδιαγράφεται.

Όταν έληξαν οι γενικές συνελεύσεις, οι Ρηγάδες ήταν πλήρως ικανοποιημένοι, η πρότασή τους για συμμετοχή στις φοιτητικές εκλογές είχε περάσει σχεδόν ομόφωνα σε όλες τις σχολές. Όταν αντίκρισαν όμως τη διαμορφωμένη πραγματικότητα στην αυλή, τους έζωσαν τα φίδια. Αν συνεχιζόταν αυτή η κατάσταση, υπήρχε κίνδυνος να αποτύχει όλη η σχεδιαζόμενη στρατηγική τους. Προσπάθησαν, στην αρχή με διάλογο, να μεταπείσουν τον κόσμο να σταματήσει τη συγκέντρωση και να βγουν όλοι έξω από τον χώρο του Πολυτεχνείου. Υπήρχε όμως ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα. Οι συνάδελφοι φοιτητές του Πολυτεχνείου συμφωνούσαν μαζί τους (εκτός βέβαια από τους γνωστούς «διακόσιους»), αλλά οι περισσότεροι συγκεντρωμένοι στην αυλή ήταν άγνωστοι, νέα παιδιά και μαθητές που δεν είχαν καμιά επιθυμία να πάνε στα σπίτια τους.

Έκαναν μια δεύτερη προσπάθεια συγκεντρώνοντας τους φοιτητές που συμφωνούσαν μαζί τους στα κτίρια του Γκίνη και μετά έκαναν οργανωμένη πορεία προς την έξοδο της Πατησίων σπρώχνοντας τον κόσμο προς τα έξω. Δεν τα κατάφεραν και ξαναγύρισαν στο προαύλιο. Τότε ανέβηκε πάνω στα σκαλάκια της Πρυτανείας ένας φοιτητής μηχανολόγος που μόλις είχε γυρίσει από το στρατό (ο Σταμέλος;) και προέτρεψε τους φοιτητές να αποχωρήσουν ήσυχα. Τον χειροκρότησαν έντονα οι συμφωνούντες με την γραμμή αυτή.

Αυθόρμητα ανέβηκα κι εγώ στα σκαλάκια και φώναξα «Εδώ θα μείνουμε, δεν θα έχουμε άλλη ευκαιρία». Τα χειροκροτήματα τώρα ήταν περισσότερα. Σαφέστατα είχαμε διχαστεί σε δύο απόψεις, και η μία ήταν αμετακίνητη. Οι πλειοψηφούντες σπουδαστές του Πολυτεχνείου έκαναν άλλη μια προσπάθεια με οργανωμένη πορεία για έξοδο, αλλά πάλι χωρίς επιτυχία. Ο κύβος είχε ριφθεί. Οι φοιτητές του Πολυτεχνείου που είχαν βγει οργανωμένα έξω σχεδόν όλοι ξαναγύρισαν μέσα στην αυλή. 

Με δεδομένη την απόφαση στην πράξη για κατάληψη, συστήθηκε η πρώτη Επιτροπή της κατάληψης, αποτελούμενη από τον Νίκο Σηφιανό από τους αρχιτέκτονες, τον Στέλιο Λογοθέτη από τους χημικούς μηχανικούς και εμένα από τους πολιτικούς μηχανικούς. Λίγο αργότερα, αυτοπροτάθηκε να συμμετέχει στην Επιτροπή αυτή ο Σταύρος Λυγερός, που μας πρότεινε και τον Νίκο Σιδέρη από την Ιατρική. Φυσικά οι προτάσεις έγιναν δεκτές (τον Λυγερό τον έβλεπα πρώτη μου φορά, τον Σιδέρη δεν τον γνώρισα ποτέ).

Τα πρώτα μέτρα που εφαρμόσαμε ήταν να κλείσουν οι μεγάλες καγκελόπορτες και να μείνει προσωρινά ανοικτή, με έλεγχο, η μικρή είσοδος. Οργανώθηκαν ομάδες περιφρούρησης, άλλοι για την κλειστή καγκελόπορτα της οδού Τοσίτσα, άλλοι για την αντίστοιχη της Στουρνάρη και άλλοι για την κεντρική πόρτα. Εγκρίναμε τα συνθήματα, δηλαδή όλα τα γνωστά, με κορυφαίο το πιο δημοφιλές «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία» και απορρίψαμε κάποια αναρχικά. Η κορυφαία μας, όπως αποδείχτηκε αργότερα, απόφαση ήταν η αποδοχή της πρότασης κάποιων συνάδελφων μηχανολόγων να ενεργοποιήσουν σε ραδιοφωνικό σταθμό έναν πομπό και δέκτη που υπήρχε στα εργαστήρια της σχολής τους. Το κλίμα τότε ήταν φυσικά ελεύθερο στη συναδελφική πρωτοβουλία, χωρίς να έχουμε βέβαια συναίσθηση για τη σπουδαιότητα της λειτουργίας αυτού του σταθμού. Η πρώτη αυτή Επιτροπή δεν λειτούργησε ξανά, αφού ο Σηφιανός εγκαταστάθηκε στον πρώτο όροφο της αρχιτεκτονικής σχολής, καθώς, όπως εκμυστηρεύτηκε αργότερα, σχεδίαζε από καιρό μια κατάληψη της αρχιτεκτονικής σχολής στα πρότυπα της κατάληψης της Νομικής. 

Η κατάληψη είχε πια δρομολογηθεί και η οργάνωσή της είχε αφεθεί στην πράξη στις πρωτοβουλίες των αγωνιζόμενων φοιτητών. Η πραγματοποιούμενη, χωρίς αμφισβήτηση πια, κατάληψη οδήγησε αργά το ίδιο βράδυ τους γνωστούς συνδικαλιστές του «Ρήγα Φεραίου» και της «ΑΝΤΙΕΦΕΕ» να επιστρέψουν και να αρχίσουν τις συζητήσεις για τη συγκρότηση της τελικής μορφής και σύνθεσης της Επιτροπής κατάληψης, με το όνομα «Συντονιστική». Οι ανωτέρω παράνομες οργανώσεις ανήκαν στο ΚΚΕ εσωτερικού και στο ΚΚΕ αντίστοιχα και ήταν οι μοναδικά συγκροτημένες πολιτικές οργανώσεις στα πανεπιστήμια. Πέρα όμως από αυτές τις δύο, δυναμική παρουσία είχε ένας τρίτος πόλος, η λεγόμενη «Επαναστατική αριστερά», η οποία δεν είχε ενιαία μεν οργανωτική συγκρότηση, αλλά είχε επιβλητική παρουσία μεμονωμένων συνδικαλιστών, που ευκαιριακά συντόνιζαν τις προσπάθειες μεταξύ τους ανά περίσταση. Στο Πολυτεχνείο, οι εκφραστές αυτών των τριών γραμμών αντιπαρατέθηκαν για τη φυσιογνωμία, την τακτική και τη σύνθεση της Συντονιστικής, αφού το θέμα της κατάληψης είχε οριστικοποιηθεί.

Αργά το βράδυ έκλεισαν οι πόρτες, αλλά όποιος ήθελε μπορούσε να φύγει όπως και να μπει μέσα στο Πολυτεχνείο. Από τα κάγκελα της Πατησίων έρχονταν γυναίκες και άνδρες μεγαλύτερες ηλικίας και έφερναν πακέτα με τσιγάρα και φαγητά σε ταψιά και κούτες. Με την έλευση των τελευταίων κρίθηκε αναγκαία η λειτουργία του εστιατορίου στον πέμπτο όροφο της σχολής των μηχανολόγων. 

Κάποια στιγμή, μέσα στη νύχτα, εμφανίστηκαν κάποιοι νέοι και ζήτησαν επαφή με τους χειριστές του ραδιοσταθμού. Τότε πληροφορηθήκαμε το σπουδαίο νέο. Αυτός ο ερασιτεχνικός σταθμός του Πολυτεχνείου ακουγόταν ως την περιοχή των Εξαρχείων και λίγο μακρύτερα. Οι νεαροί επισκέπτες ήταν ερασιτέχνες στο είδος, αλλά διέθεταν κάποιο σοβαρό εξοπλισμό και μας τον πρόσφεραν ανιδιοτελώς. Με την καινούρια ενίσχυση, ο σταθμός του Πολυτεχνείου επέκτεινε την εμβέλειά του σε πολλές περιοχές της Αθήνας. Αργότερα μάθαμε ότι και άλλοι μικροί ερασιτεχνικοί ραδιοφωνικοί πομποί αναμετέδιδαν τις εκπομπές του Πολυτεχνείου στη δική τους συχνότητα. Χωρίς να το έχει σχεδιάσει κανείς, μια ευρηματική πρωτοβουλία των φοιτητών μηχανολόγων ανέβασε στα ύψη την αντίσταση κατά της χούντας μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού «ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ – ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ», που ακουγόταν πια σε όλη την Αθήνα.

Η είδηση της ακροαματικότητας του σταθμού έφερε προστριβές ανάμεσα σε συνδικαλιστικά στελέχη και στις οργανώσεις μέσα στο Πολυτεχνείο. Από το πρωί της Πέμπτης, διάφοροι επεδίωξαν είτε την προσωπική τους προβολή είτε την επιβολή της γραμμής της πολιτικής τους οργάνωσης, καταλαμβάνοντας τα μικρόφωνα του σταθμού και δημιουργώντας ανάλογες εντάσεις. Τα μέλη της Συντονιστικής, μετά από μικρές διενέξεις, αποφάσισαν να διαβάζονται από τον σταθμό κείμενα και συνθήματα απαράβατα μετά από δική της έγκριση. Όρισαν υπεύθυνους του σταθμού και συγκεκριμένους εκφωνητές, οι οποίοι ήταν άτομα εμπιστοσύνης, κοινά αποδεκτά και πειθαρχημένα, που δεν αποζητούσαν καμιά προσωπική προβολή (Παπαχρήστου, Δαμανάκη).

Η Πέμπτη 15 του Νοέμβρη ήταν μια καθοριστική ημέρα. Θα έκρινε το μέλλον της κατάληψης. Μια στασιμότητα της μαζικότητας θα οδηγούσε σε εκφυλισμό της και νομοτελειακά στην ολοκλήρωση της. Η εξέλιξη των γεγονότων πέρασε τα όρια κάθε φαντασίας. Χιλιάδες άνθρωποι είχαν αρχίσει από νωρίς να μαζεύονται, και μέσα στην αυλή και στα πεζοδρόμια της Πατησίων. Διαδηλωτές είχαν διεισδύσει στις λωρίδες κυκλοφορίας και καλούσαν τους επιβάτες να ενωθούν μαζί μας. Κοιτώντας δεξιά και αριστερά μου, δύσκολα συναντούσα γνωστά πρόσωπα. Οι νέοι, και ιδιαίτερα οι μαθητές, ήταν οι πιο εκδηλωτικοί. Τη συγκίνηση όμως την προκάλεσαν οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι. Εργαζόμενοι με υποχρεώσεις και καθήκοντα στη δουλειά και στα σπίτια, έρχονταν για λίγο και έφερναν τσιγάρα, γλυκά, φαγητά και «μπράβο». Δεν περνούσαν απλά από το Πολυτεχνείο, αλλά δήλωναν με κάθε τρόπο ότι ήταν μαζί μας με όλο τους το είναι. Σαν να μας έλεγαν «δεν μπορούμε να μείνουμε, αλλά είμαστε μαζί σας με την ψυχή και το σώμα μας». 

Έπλεα σε πελάγη ευτυχίας. Άρχισα να καπνίζω, τα γνωστά «Καρέλια» με φίλτρο, που τα βρίσκαμε πια σε αφθονία. Δεν χρειάστηκα ποτέ σπίρτα γιατί άναβα τα τσιγάρα από το αναμμένο κάποιου διπλανού. Ήμουν σε τέτοια διέγερση που δεν έκλεισα μάτι όλο το τριήμερο, ούτε για ένα λεπτό. 

Με τη Συντονιστική δεν ασχολήθηκα καθόλου. Εκτός από μια επίσκεψη το βράδυ της Τετάρτης στον όροφο της αρχιτεκτονικής σχολής, η οποία μου προκάλεσε απέχθεια. Έξω στην αυλή με τις φωνές και την επαναστατική ατμόσφαιρα ήταν υπέροχα, δεν θα το έχανα κλεισμένος σε τέσσερις τοίχους για κανένα λόγο. Άλλωστε ήμουν δευτεροετής και υπήρχαν αρκετοί συνδικαλιστές σε όλες τις σχολές που είχαν τις ικανότητες να δρομολογήσουν τις εξελίξεις καλύτερα από μένα, άσχετα αν δεν ταυτιζόμασταν όλοι στο πεδίο της αντιπαράθεσης των πολιτικών απόψεων. 

Την Παρασκευή στις 16 του Νοέμβρη, φθάσαμε σε μια κορύφωση. Δεν ήμασταν πια μια ομάδα αντίστασης κατά της τυραννίας της χούντας. Φοιτητές και λαός ήμασταν ένα, ενωμένοι με την ίδια άποψη, τους ίδιους στόχους και ακατάβλητη θέληση. 

Σε κάθε σχολή πραγματοποιήθηκαν συγκεντρώσεις, που όρισαν από δύο εκπροσώπους για να συμμετέχουν στην Συντονιστική. Με αυτές τις διαδικασίες οριστικοποιήθηκε η σύνθεσή της. Ειπώθηκε ότι ανάλογες συγκεντρώσεις έγιναν από εργαζόμενους και μαθητές.

Μέσα στο Πολυτεχνείο ήταν το αδιαχώρητο. Έξω όμως στους δρόμους, μας έρχονταν πληροφορίες για διαδηλώσεις και γενικό ξεσηκωμό. Μέχρι νωρίς το απόγευμα. Οι πληροφορίες μιλούσαν για οπλισμένο στρατό μαζί με την αστυνομία. Τώρα στις διαδηλώσεις μακριά από το Πολυτεχνείο, οι δυνάμεις καταστολής διέλυαν βίαια τις συγκεντρώσεις. Υπήρχαν τραυματίες, μερικοί από αυτούς βρήκαν καταφύγιο μέσα στο Πολυτεχνείο. Από ανάγκη στήθηκε και χώρος ιατρείου για περίθαλψη. Ο σταθμός ζητούσε επιτακτικά είδη πρώτων βοηθειών και φάρμακα. Υπήρχαν και ακραίες φήμες. Ότι έχουν κατέβει στους δρόμους τα τανκς και πέφτουν και πυροβολισμοί. Τι να πιστέψουμε άραγε; Πάντως, τραυματίες με αίματα είδαμε να φέρνουν μέσα στο Πολυτεχνείο.

Ώσπου η κατάσταση έξω στην Πατησίων άρχισε να αλλάζει ριζικά. Οι σύντροφοι διαδηλωτές άρχισαν να αραιώνουν, κάποια στιγμή άρχισαν να τρέχουν όσο πιο μακριά μπορούσαν. Σε λίγο αντικρίσαμε την ωμή πραγματικότητα. Οπλισμένοι στρατιώτες και αστυνομικοί περικύκλωσαν το Πολυτεχνείο. Κάποιοι δικοί μας βγήκαν έξω για να διαπραγματευτούν. 

Ήταν αργά το βράδυ της Παρασκευής. Τότε που είδαμε τα τανκς. Το ένα από αυτά ήρθε και στάθηκε μπροστά στην κεντρική πύλη της Πατησίων. Φωνάζαμε το σύνθημα «Είμαστε αδέλφια σας».

Στεκόμουν στο ύψος της αρχιτεκτονικής σχολής αρκετά μακριά από την πύλη. Πάνω στα κάγκελα ήταν διαδηλωτές σκαρφαλωμένοι και φώναζαν. Ξαφνικά ακούστηκε φωνή τρόμου και η μια κολώνα της καγκελόπορτας γκρεμίστηκε από την έφοδο του τεθωρακισμένου. Οι διαδηλωτές έτρεχαν προς όλες τις κατευθύνσεις. Εγώ αναφώνησα μέσα μου «τετέλεσται» και επέλεξα τη φυγή στην πίσω αυλή του Πολυτεχνείου, μπροστά στο κτίριο των μηχανολόγων. Πέρασε αρκετή ώρα και δεν ξέραμε τι ακριβώς είχε γίνει στην Πατησίων. Είχαμε μείνει λίγοι στην πίσω αυλή και μάλλον και οι τελευταίοι. Από μακριά διέκρινα μεταξύ άλλων και την Ιωάννα την Καρυστιάνη. Ξαφνικά εμφανίστηκαν λοκατζήδες με όπλα και μας είπανε να μην τους φοβηθούμε. Ήταν γύρω στις μία και μισή ξημερώματα Σαββάτου. «Ακολουθήστε μας ανάμεσα μας, να σας βγάλουμε έξω» μας είπαν. 

Στοιχηθήκαμε κοντά ο ένας στον άλλον και οι λοκατζήδες στάθηκαν δεξιά και αριστερά μας με τα όπλα τεταμένα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Μας οδήγησαν στην πύλη της οδού Στουρνάρη και μας πέρασαν μέσα από παρατεταγμένους αστυνομικούς και από ένα έξαλλο πλήθος εγκάθετων που μας έβριζαν και προσπαθούσαν να μας χτυπήσουν. Μας οδήγησαν με ασφάλεια μέχρι την πλατεία των Εξαρχείων και μετά μας παρότρυναν να εξαφανιστούμε όσο πιο μακριά γίνεται.

Τρέχοντας μαζί με μερικούς άλλους προς τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, μας σταμάτησε μια γυναίκα (η κυρία Μαμαλάκη;) και μας κάλεσε να ανέβουμε στο διαμέρισμά της. Πώς χωρέσαμε σε ένα σπίτι όλοι μαζί δεν μπορώ να το διανοηθώ. Εγώ έπεσα από την κούραση σε μια γωνιά κάτω στο πάτωμα και κοιμήθηκα. Το πρωί τηλεφώνησα στους γονείς μου που είχαν μείνει άγρυπνοι μέσα στην αγωνία του τρόμου που είχε σπείρει η κρατική προπαγάνδα. Ο άνδρας της αδελφής μου πέρασε με αυτοκίνητο και με πήγε σώο στην ασφάλεια του πατρικού καταφύγιου. 

Πίστευα ότι το έπος του Πολυτεχνείου είχε τελειώσει. Δεν ήξερα όμως ότι εκείνο το Σάββατο στις 17 του Νοέμβρη, χιλιάδες κόσμου διαδήλωναν σε διάφορους δρόμους. Η φωτιά που είχαμε ανάψει ήταν τεράστια. Την κατέστειλαν όμως με βία, με πυροβολισμούς και δεκάδες νεκρούς.

Η αρχή του τέλους για τη φασιστική λαίλαπα είχε ήδη ξεκινήσει. Είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρησή της.