Scroll Top
testimonials_generic

Μαρτυρίες: Τόνια Τσίτσοβιτς*

(μαθήτρια Ε΄ Γυμνασίου τις ημέρες του Πολυτεχνείου)

Ο ήχος από τις ερπύστριες που σημάδεψε τη ζωή μου

Ήμουν δέκα χρονών, αλλά θυμάμαι πολύ καλά την 21η Απριλίου 1967. Από τη βεράντα του σπιτιού μου,  στου Γκύζη, άκουγα τον ανατριχιαστικό ήχο των ερπυστριών που περνούσαν στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, καθώς και ήχους αραιών πυροβολισμών. Δεν έβλεπα από πού προέρχονταν, ήμουν όμως πολύ περίεργη. Όλα αυτά διάρκεσαν λίγο, μέχρι τη στιγμή που ο πατέρας μου βγήκε και με έβαλε μέσα με το ζόρι. Το ραδιόφωνο έπαιζε εμβατήρια. Από τότε αναστατώνομαι κάθε φορά που ακούω ερπύστριες και εμβατήρια και δεν μπορώ να παρακολουθήσω στρατιωτικές παρελάσεις.

Οι γονείς μου μου εξήγησαν ότι από εδώ και στο εξής έπρεπε να προσέχω να μη λέω κουβέντα γι’ αυτά που άκουγα στο σπίτι, να μη μιλάω για τέτοια θέματα στο τηλέφωνο και, κυρίως, όταν έρχεται η αστυνομία να με ρωτήσει, να μη λέω πού είναι ακριβώς τα αδέρφια μου στη Γερμανία, όπου βρίσκονταν για σπουδές. Πιστεύω ότι οι χαφιέδες το ήξεραν πολύ καλά, και όμως έρχονταν παρόλα αυτά να μας ρωτήσουν. Τα αδέρφια μου ήταν στον Ρήγα Φεραίο, από τον μεγαλύτερο, μάλιστα, είχε αφαιρεθεί το διαβατήριο και δεν μπορούσε να επιστρέψει. Έτσι λοιπόν, έκλεισα κι εγώ το στόμα μου και κατάλαβα γιατί ο πατέρας μου ξήλωσε κάποια σανίδια του παρκέ για να κρύψει βιβλία και δίσκους.

Όμως, πολλά «επικίνδυνα» βιβλία έμειναν στη μεγάλη βιβλιοθήκη του πατέρα μου και από τότε άρχισα να τα διαβάζω. Στα 13 μου είχα αποφασίσει ότι ήμουν κομμουνίστρια, χωρίς να έχω ξεκάθαρες ιδέες και χωρίς να έχω μιλήσει με κανέναν. Όταν, λοιπόν, ήρθε η εξέγερση της Νομικής, τον Φλεβάρη του ’73, περνούσα δήθεν τυχαία από εκείνο που αργότερα έγινε το κτήριο της Σχολής μου, για να βλέπω τα παιδιά στην ταράτσα, με μια τεράστια ζήλεια να με κατατρώει. Γιατί να μην είμαι λίγα χρόνια μεγαλύτερη για να είμαι κι εγώ εκεί;

Δεν θα μπορούσα, επομένως, το Νοέμβρη του ’73, στα 16 μου, να μην βρίσκομαι κάθε μέρα έξω από το Πολυτεχνείο, ζηλεύοντας πάλι τα παιδιά που αγωνίζονταν μέσα. Όμως δεν ήμουν οργανωμένη και δεν γνώριζα κανέναν απ’ αυτούς που βρίσκονταν στο εσωτερικό του κτηρίου. Έτσι, παρέμεινα έξω, ανάμεσα στο πλήθος, να φωνάζω συνθήματα, μαζί με τις συμμαθήτριές μου. Πήγαινα τότε στην Πέμπτη τάξη του Πέμπτου εξαταξίου Γυμνασίου των Εξαρχείων, πάντα απόγευμα. Δυο βήματα ήταν η Κωλέττη από το Πολυτεχνείο κι έτσι, πού μας έχανες, πού μας έβρισκες, εκεί τρέχαμε πριν και μετά το σχολείο. Για μας τους μαθητές και τις μαθήτριες, αυτό ήταν μάθημα ζωής. Νιώθαμε ότι ο αγώνας ήταν και δικός μας και θέλαμε να συμβάλουμε με τις μικρές μας δυνάμεις. Ναι, ήταν και δικός μας. Θυμάμαι το σοκ που ένιωσα όταν είδα τη φωτογραφία του δολοφονημένου από τη χούντα Διομήδη Κομνηνού στην τηλεόραση, που τον παρουσίαζαν ως έναν επικίνδυνο τρομοκράτη, ένα παιδί της ηλικίας μου, ένα παιδί σαν κι εμένα. Έχω μπροστά μου ακόμη την εικόνα του, και ας έχει περάσει μισός αιώνας. 

Την περίφημη Παρασκευή, 17 Νοέμβρη, ο αέρας μύριζε μπαρούτι. Πολλοί μπάτσοι και χαφιέδες έξω από τη Σχολή, αλλά και πολύς κόσμος που δεν έφευγε. Κάποια κορίτσια του σχολείου, μαζί κι εγώ, είχαμε δηλώσει εθελόντριες για τον έρανο του Ερυθρού Σταυρού, αφού έτσι δεν θα πηγαίναμε σχολείο και από το μεσημέρι και μετά θα μπορούσαμε να είμαστε στο Πολυτεχνείο. Έτσι, ήμασταν δικαιολογημένες όταν η αστυνομία πήγε την επομένη να ζητήσει τις απουσίες. Μέχρι το απόγευμα μείναμε εκεί. Μόλις νύχτωσε γύρισα στο σπίτι, γιατί οι γονείς μου ανησυχούσαν. Ακούγαμε όλοι τον σταθμό του Πολυτεχνείου. Κατάλαβα ότι κάτι φοβερό θα συνέβαινε και πήγα στην πόρτα για να φύγω. Η μητέρα μου προσπαθούσε να με κρατήσει, αλλά, όταν κατάλαβε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να τα καταφέρει, ήρθε κι εκείνη μαζί μου. Όταν φτάσαμε έξω από το Πολυτεχνείο, η αστυνομία προσπαθούσε να απωθήσει το πλήθος που διαδήλωνε απέξω, για να μην έχει μάρτυρες όταν θα ορμούσε μέσα. Μας έριχναν αληθινές σφαίρες, είδα κάποιον να πέφτει. Οι σφαίρες σφύριζαν στα αυτιά μου, αλλά δεν φοβόμουν, δεν σκεφτόμουν ότι μπορεί να πεθάνω, και αυτό ίσχυε για όλους. Αυτοί μας έριχναν κι εμείς φωνάζαμε «Δολοφόνοι! Δολοφόνοι!» Εκεί που μας κυνηγούσαν και τρέχαμε, συναντήσαμε μια οικογενειακή φίλη και συναγωνίστρια των αδελφών μου από τη Γερμανία, που μας είπε να πάμε στο σπίτι της θείας της στην οδό Μουστοξύδη. Χτυπήσαμε το κουδούνι, μια ευγενική κυρία μας άνοιξε και ανεβήκαμε πάνω, δεν θυμάμαι πια σε ποιον όροφο. Μείναμε λίγο εκεί για να συνέλθουμε και, σιγά-σιγά, πήραμε με τα πόδια το δρόμο της επιστροφής για του Γκύζη. Στο σπίτι, συνεχίσαμε να ακούμε το ραδιόφωνο, μαζί με τον πατέρα και τον μεσαίο αδελφό μου που είχε ακόμη το διαβατήριο και βρισκόταν στην Αθήνα εκείνες τις μέρες, με αποστολή όπως έμαθα αργότερα, και με έναν πολύγραφο κρυμμένο μέσα στο σπίτι μας. Ούτε αυτό το γνώριζα και δικαιολόγησα, όταν το έμαθα, τον τρόμο στα μάτια του, όταν, ακούγοντας στο ραδιόφωνο την απεγνωσμένη έκκληση «Αδέρφια μας φαντάροι», μού ξέφυγε η κραυγή «Δολοφόνοι!» και εκείνος μου έκλεισε το στόμα με το χέρι του. Δυο μέρες μετά έφυγε πάλι για τη Γερμανία, γιατί κάποιος από την ομάδα του είχε συλληφθεί και ήταν επικίνδυνο να παραμείνει. 

Την άλλη μέρα το πρωί ξεκίνησα με τα πόδια και πήγα ξανά μόνη μου στο Πολυτεχνείο, είδα την πεσμένη πόρτα και διάφορους να καθαρίζουν. Συνάντησα στη Στουρνάρη μια ομάδα άγνωστων παιδιών της ηλικίας μου. Κανείς μας δεν είχε συναίσθηση του κινδύνου. Ένα από τα παιδιά έδειχνε έναν κάλυκα από σφαίρα που είχε βρει στο πεζοδρόμιο. Δεν άργησε να μας κυνηγήσει η αστυνομία. Πήγα τρέχοντας στη Θεμιστοκλέους στο σπίτι της συμμαθήτριάς μου και παιδικής μου φίλης, όπου προσπάθησα μα τηλεφωνήσω στο σπίτι, αλλά το τηλέφωνο ήταν κομμένο. Είδα τη φίλη μου και τη μητέρα της τρομαγμένες. Δεν ήξερα ότι το βράδυ είχαν φιλοξενήσει πάνω από δέκα παιδιά, φοβισμένα, ματωμένα, με πλήθος χαφιέδες σε όλη τη γειτονιά.

Πήρα λοιπόν το δρόμο της επιστροφής. Δεν πήγα σπίτι, πήγα στη γιαγιά μου. Πριν φθάσω εκεί, στο πεζοδρόμιο λίγο πριν από το γήπεδο του Παναθηναϊκού είδα μια λακκούβα αίμα. Ποιος ξέρει ποιον σκότωσαν, ποιον τραυμάτισαν, ποιον έσπασαν στο ξύλο, αναρωτήθηκα. Φθάνοντας στο σπίτι της γιαγιάς, στο μπαλκόνι είδα τη γιαγιά, τη μητέρα μου και τις τρεις αδελφές της. Με περίμεναν και αγωνιούσαν.

Τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Στρατιωτικός νόμος, πάλι εμβατήρια, πάλι «αποφασίζομεν και διατάσσομεν». Έγραψα κι εγώ τότε την αφήγηση της μικρής και ασήμαντης περιπέτειάς μου και την πήρε μαζί του ο αδελφός μου στη Γερμανία να τη δημοσιεύσει κάπου. Δεν έμαθα τι απέγινε.

Ποτέ δεν ξέχασα τις μέρες εκείνες, που πραγματικά μετέστρεψαν πλήθος κόσμου που «κοίταζε τη δουλειά του» και έκαναν πολλούς και πολλές να νικήσουν το φόβο τους και να ζητήσουν, μαζί με τα παιδιά αυτά που έπαιξαν κορώνα-γράμματα τη ζωή τους, δημοκρατία, ψωμί, παιδεία, ελευθερία. Για εμάς, τα μικρότερα παιδιά, το Πολυτεχνείο ήταν η ώρα της συνειδητοποίησης.

Καταλαβαίνουν, άραγε, τα σημερινά νέα παιδιά, γιατί, ακόμη και σήμερα, ανατριχιάζω όταν ακούω ερπύστριες, εμβατήρια, όταν βλέπω στρατιωτικές παρελάσεις; 

* Η Τόνια Τσίτσοβιτς είναι μεταφράστρια και αρθρογράφος.