Scroll Top
testimonials_staikou

Μαρτυρίες: Θούλη Στάϊκου*

ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΟΕΜΒΡΗ ΤΟΥ 73

της Θούλης Στάικου

φοιτήτριας τότε της Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ

Θα προσπαθήσω να αφηγηθώ αυτήν την προσωπική μου ιστορία όσο μπορώ πιο ξερά. Όχι για άλλο λόγο, αλλά για να καταφέρω να μη συγκινηθώ υπερβολικά.

Ενάμιση μήνα πριν είχα κλείσει τα 21. Ένα μήνα πριν, είχα παντρευτεί – με παπά και με κουμπάρο, δεν είχαμε πολιτικούς γάμους και σύμφωνα συμβίωσης τότε. Πιάσαμε ένα σπίτι πίσω από το Πολυτεχνείο, για να είμαστε κοντά στη σχολή. Ήμασταν κι οι δυο φοιτητές στην Αρχιτεκτονική, τέταρτο έτος. Ζαΐμη 30, ακριβώς πίσω από την Ασφάλεια της Μπουμπουλίνας ήτανε το σπίτι μας. 

Από πολιτικά δεν ξέραμε και πολλά. Δεν ήμασταν οργανωμένοι. Είχαμε πολλούς φίλους οργανωμένους, αλλά δεν το ξέραμε, για συνωμοτικούς λόγους. Δεν ξέραμε ποιος είναι τι. Για μένα καλύτερα, εγώ τους αγαπούσα όλους το ίδιο. Οι περισσότεροι φοιτητές ούτε για τη διάσπαση του ΚΚΕ δεν ξέραμε καλά καλά. Ότι ο Στέφανος είναι ΑΝΤΙΕΦΕΕ, ο Βαγγέλης Ρηγάς, ο Νίκος ΠΠΣΠ, η Εύη ΑΑΣΠΕ, η Τασούλα με τους Τροτσκιστές, ιδέα δεν είχαμε, στη μεταπολίτευση τα μάθαμε αυτά, και οργανωθήκαμε κι εμείς όπου μας έκοβε ότι ήταν το σωστό. Αλλά τότε πιστεύαμε ότι όλοι μαζί ήμασταν. Και κατά κάποιο τρόπο ήταν αλήθεια. Και σ’ αυτό εν μέρει οφείλεται η εξέλιξη του φοιτητικού κινήματος και η εξέγερση του Πολυτεχνείου. Στο «τώρα είμαστε όλοι μαζί κι ας είναι ο καθένας αλλού».

Εγώ, τότε, δεν μιλούσα καθόλου στις συνελεύσεις της σχολής, δεν ήξερα απ’ αυτά και φοβόμουν μην πω καμιά κοτσάνα. Αλλά είχα αναλάβει να κρατάω τα πρακτικά και ήμουν πολύ υπερήφανη γι’ αυτό. Τι να απέγιναν εκείνες οι άπειρες σελίδες που είχα γράψει, ποιος ξέρει… 

Εκείνη την Τετάρτη το μεσημέρι είχαμε πάλι συνέλευση. Είχανε ήδη έρθει φοιτητές από άλλες σχολές και κάπως η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη. Τότε ακούστηκε για κατάληψη, άλλοι λέγανε ναι, άλλοι όχι, άλλοι πως ήτανε προβοκάτσια, εντωμεταξύ ήρθε αστυνομία να κάνει εκκένωση, βγήκαμε έξω κι αρχίσαμε να τους πετάμε νεράντζια. Μετά ξανά μέσα στη συνέλευση. Δεν θυμάμαι τι λέγαμε, θυμάμαι μόνο πως εμείς, οι αρχιτέκτονες, αποφασίσαμε να μείνουμε μέσα. Αλλά και οι άλλες σχολές που είχαν αποφασίσει να φύγουν, μέσα μείνανε κι αυτοί. Γι αυτό σας λέω, μην ψάχνετε ποιοι έκαναν το Πολυτεχνείο. Το Πολυτεχνείο δεν το κάναμε εμείς. Αυτό μας έκανε, ό,τι γίναμε.

Από ’κει και πέρα αρχίζω να μη θυμάμαι. Μόνο σκόρπιες εικόνες και στιγμές και αισθήματα. Τη σκαλωσιά πίσω από την πύλη που σκαρφάλωνα. Μου είχαν δώσει έναν καθρέφτη για να ρίχνω τον ήλιο και να στραβώνω τις κάμερες που μας έπαιρναν από το ξενοδοχείο απέναντι. Ελπίζω μόνο να στράβωνα τις κάμερες της ασφάλειας κι όχι των ξένων ανταποκριτών. Ένα καλάθι με αυγά που μου έφερε ο Γιάννης και μέχρι να τα πάω πάνω στα μαγειρεία έφαγα ένα, έτσι, ωμό, κι αυτό το αυγό ήταν το μόνο πράγμα που έφαγα για τρεις μέρες. Το κοφίνι με τα ψωμιά που έφερε ο Σωτήρης από τον φούρνο της γειτονιάς μαζί με μια αλλαξιά ρούχα, δεν ήθελα να βγω να πάω σπίτι να πλυθώ, να αλλάξω, φοβόμουν μήπως δεν μπορέσω να ξαναμπώ, γιατί μέσα ήταν η ελευθερία, έξω η σκλαβιά. Τον Μιχάλη να αγναντεύει τις φωτιές για τα δακρυγόνα και να μου λέει, κοίτα, κοίτα, αυτό είναι Τέχνη, αυτό είναι Τέχνη!… Τα σκαλιά της Καλών Τεχνών που με πήρε ο ύπνος την Πέμπτη το βράδυ και ξύπνησα παγωμένη χαράματα της Παρασκευής. 

Η Αστυνομία ήδη παραταγμένη απέναντι κι ένας με μακριά μαλλιά ανάμεσά τους με ένα πολύχρωμο ριγέ πουλόβερ, τον ξαναείδα το βράδυ κατά τις 10; 11; να προσπαθεί να μπει από την πύλη, τον γνώρισα από το πουλόβερ κι έβαλα τις φωνές, είναι χαφιές! μην τον αφήνετε να μπει είναι χαφιές! Το δακρυγόνο που έσκασε στο κάγκελο δίπλα μου και με πήρε και με σήκωσε το σύννεφο και δεν έβλεπα, νόμιζα πως τυφλώθηκα και φοβήθηκα, φοβήθηκα πάρα πολύ, κρίση πανικού. Τον Κωστάκη τον Θωμαΐδη που με κουβάλησε στο ιατρείο του Γκίνη. Τον φοιτητή ιατρικής με την άσπρη μπλούζα που μου έδωσε το Βάλιουμ και με έβαλε για ύπνο πάνω σε ένα σχεδιαστήριο στην απέναντι αίθουσα. Ο ίδιος που αργότερα ήρθε να με ξυπνήσει κι εγώ δεν ξύπναγα γιατί έβλεπα ένα υπέροχο όνειρο με άλογα που κάλπαζαν στον κάμπο, και με πήρε ο καημένος αγκαλιά να με βγάλει έξω, βλέπω τον Λοκατζή με το όπλο, α, ήρθε και ο στρατός μαζί μας; του λέω, πατείς με πατώ σε μπουλούκι προς την έξοδο της Στουρνάρα, τότε κατάλαβα, μπορείς να τρέξεις; μου λέει, μπορώ του λέω, αλλά δεν μπορούσα. 

Κοιτάω δεξιά προς την Πατησίων, ερημιά, δεν πάω από κει, λέω, θα με πιάσουνε. Κοιτάω πάνω προς τα Εξάρχεια, έπεφτε ξύλο και πυροβολισμοί, πού να πάω. Στο σπίτι μου, πίσω από την ασφάλεια; στη φωλιά του λύκου; με τίποτα. Μπαίνω σε μια πολυκατοικία. Όλη νύχτα εκεί, στη σκάλα, ο ένας δίπλα στον άλλον, καμιά εκατοστή ήμασταν, ανάβαμε ένα τσιγάρο, τραβούσαμε μια ρουφηξιά και το δίναμε στο διπλανό –όλοι καπνίζαμε τότε– ανέβαινε τη σκάλα το τσιγάρο, κι όταν τελείωνε άναβε άλλο, κι ύστερα κατέβαινε πάλι, οι ερπύστριες ακούγονταν μια δυνατά μια σιγανά, το γύρο του τετραγώνου έκαναν όλη νύχτα. Μόνο η θυρωρός στο υπόγειο άνοιξε την πόρτα της, καμιά άλλη πόρτα δεν άνοιξε σε μας. Φοβόμουν πολύ. Σκεφτόμουν πως τώρα μπορεί και να πεθάνουμε. Και δεν πρόλαβα να δω τον Μεγάλο Ερωτικό, γαμώτο. Εκείνη τη βδομάδα είχε βγει η ταινία στις αίθουσες. 

Το πρωί κατά τις εννιά αρχίσαμε να φεύγουμε δυο δυο, ανά δεκάλεπτο. Αγόρι κορίτσι, να κάνουμε και καλά τα ζευγαράκια. Η θυρωρός κρατούσε μια βρεμένη πετσέτα και μια τσατσάρα, μας έπλενε το πρόσωπο, μας χτένιζε, μας σταύρωνε και μας άνοιγε την πόρτα να φύγουμε. 

Αυτή ήταν η δικιά μου ιστορία. Πρώτη φορά τη λέω δημόσια. Για χρόνια δεν μπορούσα να την πω. Δεν ήθελα. Ούτε στις επετείους ήθελα να πηγαίνω. Δεν ξέρω γιατί. Τελικά, πιστεύω πως όλο αυτό, για εμάς που μας έτυχε να το ζήσουμε, ήταν ένα υπέροχο βίωμα ελευθερίας, αλλά ήταν συγχρόνως και ένα βαθύ τραύμα. Από αυτά που σε φαγουρίζουν συνέχεια. Και κάθε που αλλάζει ο καιρός πονάνε. Και σε κάθε επέτειο το ξύνεις και ματώνει. 

Οι νεκροί του Πολυτεχνείου είναι εδώ. Και οι ζωντανοί του Πολυτεχνείου εδώ είναι, όσοι είμαστε ακόμα ζωντανοί. Αλλά δεν είναι ελαφρύ το χώμα που μας σκεπάζει. Ολοένα και βαρύτερο γίνεται. Ας το τινάξουμε από πάνω μας πριν γίνει ασήκωτο, αυτό λέω εγώ. Για να νικήσει η ζωή.