Scroll Top
testimonials_gerardis

Μαρτυρίες: Τάκης Γεράρδης

ΜΝΗΜΕΣ ΑΠΟ ΕΝΑ ΕΦΙΑΛΤΙΚΟ ΑΥΡΙΟ

του Τάκη Γεράρδη

πρωτοετή τότε της Βιομηχανικής Πειραιά

Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου 

με το καθημερνό της φόρεμα 

κι ένα χτενάκι στα μαλλιά. 

Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.

Νοέμβρης 2023, πενήντα χρόνια μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Οι Παλαιστίνιοι της Γάζας ασφυκτιούν κάτω από την Ισραηλινή πρέσα, εκλιπαρούν για βοήθεια, θέλουν να ζήσουν, θέλουν να δουλέψουν, θέλουν να ερωτευτούν, θέλουν σπίτι και πατρίδα, θέλουν να πεθάνουν στο χωράφι που σκάβουν από γηρατειά. Και οι Ισραηλινοί, που υπήρξαν για 2000 χρόνια απάτριδες, τους στερούν αυτό το απλό δικαίωμα. Διωγμοί, σφαγές, γκέτο, δαιμονοποίηση. Δύο χιλιάδες χρόνια ιστορίας οι Ισραηλινοί τα λησμόνησαν και συμπεριφέρονται σήμερα όπως οι Χιτλερικοί. 

Κοπέλες του Άουσβιτς, 

του Νταχάου κοπέλες, 

μην είδατε την αγάπη μου; 

Όπως λησμονήθηκαν και τα Άουσβιτς, τα κρεματόρια, τα τρένα της Σαλονίκης, το Νταχάου, τα… τα… τα…

Την είδαμε σε μακρινό ταξίδι, 

δεν είχε πια το φόρεμά της 

ούτε χτενάκι στα μαλλιά. 

Χαμάς, Μοσάντ, Χετζμπολάχ, Νετανιάχου, Μπάιντεν, εσάς δεν σας βύζαξε μάνα;

Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.

***

Πέρασαν πενήντα χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Σαν χτες ήταν που, πρωτοετής της Βιομηχανικής Πειραιά, έμαθα ένα απόγευμα για το Πολυτεχνείο. Και πήγα για συμπαράσταση. Και κλειστήκαμε μέσα και βρήκα κι άλλους φίλους από άλλες σχολές και συμμαθητές από το σχολείο και ενώσαμε τις φωνές μας να πέσει η Χούντα.

Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου,

η χαϊδεμένη από τη μάνα της 

και τ’ αδελφού της τα φιλιά

Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.

Ένα βουητό στα αυτιά από τα συνθήματα που με ακολουθούσε για πολλές μέρες, ο κόσμος έξω από τα κάγκελα μια μήτρα προστασίας, ξενύχτι και βάρδια περιφρούρησης, ώσπου συναντώ στο προαύλιο τον Κ.Μ., τον συμφοιτητή με το κοντοκουρεμένο μαλλί από τη Βιομηχανική, που στις συνελεύσεις ζητούσε ηπιότητα και λέγαμε γι’  αυτόν πως είναι χαφιές. Ειδοποιώ τον Γιώργο Φιλιππάκη που ήταν στη Συντονιστική. 

Κοπέλες του Μαουτχάουζεν, 

κοπέλες του Μπέλσεν, 

μην είδατε την αγάπη μου; 

Παρασκευή, νύχτωσε πια. Ο κόσμος έξω από τα κάγκελα πολύς. Οι φωνές βραχνές, τώρα τραγουδάμε τον Εθνικό Ύμνο. Οι φαντάροι στημένοι μπροστά από τους χωροφύλακες και τους χαφιέδες. Η Πύλη πατήθηκε από το τανκ. Οι φοιτητές αραίωσαν. Μείναμε καμιά διακοσαριά μόνοι εκεί στην Τοσίτσα να φυλάμε μην μπούνε χαφιέδες. Κάνουμε έξοδο, οι στρατιώτες μας προστατεύουν απ’ τους τραμπούκους, στρίβουμε δεξιά και ξανά μετά στη Μπουμπουλίνας. Χαθήκαμε κατά ομάδες στα στενάκια του Στρέφη, χτυπούσαμε κουδούνια να ανοίξουν. Κάποιοι δεν άκουγαν, κάποιοι άνοιγαν. Ανεβαίνουμε τα σκαλιά με ταχύτητα, ο Χρήστος, εγώ, η Λίνα κι ο Αλέκος, συμμαθητές και φίλοι, και μερικοί άγνωστοί μας. Φτάνουμε στον τέταρτο. Ανοίγει μια πόρτα και βλέπω τον Κ.Μ., τον συμφοιτητή μου με το κοντοκουρεμένο μαλλί. Πάγωσα. Αυτό είναι, σκέφτηκα αμέσως. Ποιος θα ανοίξει και ποιος δεν θα ανοίξει ήταν προσχεδιασμένο απ’ τη Χούντα, να μας μαντρώσουν και να μας πετσοκόψουν. Μπαίνουμε στο διαμέρισμα. Η μάνα του στα μαύρα. Είχε πεθάνει πρόσφατα ο πατέρας του σπιτιού. Κατέβασε στρωσίδια από το πατάρι, μας έφτιαξε τσάγια να μαλακώσουν οι φωνές, μας τάισε σούπα και ό,τι άλλο είχε. Ήταν η μάνα του και ταυτόχρονα η μάνα όλων μας. Ντροπιασμένος απέφευγα να τον κοιτάξω. Τηλεφωνήσαμε στους δικούς μας, είμαστε σώοι, και είμαστε κατ’ εξακολούθηση αγωνιστές. 

***

Την είδαμε στην παγερή πλατεία 

μ’ ένα αριθμό στο άσπρο της το χέρι,

με κίτρινο άστρο στην καρδιά. 

Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου,

η χαϊδεμένη από τη μάνα της 

και τ’ αδελφού της τα φιλιά. 

Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία…

Αυτό το τραγούδι μάς είχε πει η Λίνα την Παρασκευή το βράδυ, εκεί στα κάγκελα του Πολυτεχνείου. Τη γνώρισα τυχαία. Πιεζόμουνα πολλές ώρες. Η φούσκα είχε πρηστεί. Περίμενα να σκοτεινιάσει και στις οχτώ και μισή πήγα σε κάτι θάμνους για την ανάγκη μου. Τα παντελόνια τότε δεν είχαν φερμουάρ. Πολλά κουμπιά κι αργούσε να ανοίξει. Από ντροπή τής έπιασα κουβέντα. Έλα στην παρέα μας, της λέω, μόλις μου είπε πως ήταν μόνη. Κατούρησα μετά από ώρες. Μαζί της έχω δυο παιδιά και τέσσερα εγγόνια. 

Το Πολυτεχνείο ΖΕΙ και θυμίζει πως όλοι οι καταπιεσμένοι λαοί είναι όμοιοι. Όλες οι κοπέλες είναι όμορφες με ένα χτενάκι στα μαλλιά.

Με το καθημερνό της φόρεμα 

κι ένα χτενάκι στα μαλλιά