Scroll Top
testimonials_generic

Μαρτυρίες: Σταματοπούλου Αναστασία

Την Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 22 χρόνων, φοιτήτρια του Παντείου αλλά παράνομη και με «απαγόρευση» να εμφανίζομαι στις φοιτητικές συνελεύσεις, πήγα στο Πολυτεχνείο με συμφοιτητές.

Νομίζω πως την ίδια μέρα είχαμε συνάντηση στον Σύλλογο Αρκάδων φοιτητών. Οι τοπικοί φοιτητικοί σύλλογοι ήταν κατά τη γνώμη μου ένας χώρος για πιο ανυποψίαστα πολιτικά παιδιά που με τη συμμετοχή, τη ζύμωση έπαιρναν θάρρος και για ευρύτερη δράση στο φοιτητικό κίνημα.

Ουσιαστικά από την Τετάρτη αρχισα να πηγαίνω μόνη στο Πολυτεχνείο, να βρίσκω φίλους και συντρόφους και να ενημερωνομαι για το πώς εξελίσσονται τα πράγματα. Είχα μια… άγρια χαρά βλέποντας γνωστούς/ές μου να κάνουν το ίδιο, να μιλάμε, να νιώθουμε ότι κάτι σημαντικό πρόκειται να γίνει και πως κι εμείς θέλουμε να είμαστε μέρος αυτού. Με ένστικτο αλλά και με πλήρως συνειδητή  απόφαση (παρά το νεαρόν της ηλικίας…), ήξερα πως θα ακολουθήσω ό,τι κι αν γίνει. Το ίδιο ένιωθα ότι συμβαίνει και με συμφοιτητές και φίλους που συναντούσα.

Την Πέμπτη 15 Νοέμβρη συνομιλώ με τον Γιάννη Κοροβέση και τον Θανάση Σκαμνάκη και αρχίζω να αναλαμβάνω και κάποια καθήκοντα. Ένα από αυτά ήταν να πηγαίνω στα κάγκελα και να μιλάω με τους ανθρώπους που συνωστίζονταν εκεί. Κάτι άρχισε εκεί να ξυπνάει… Θυμάμαι κάποιον που μου εδωσε σάντουιτς λέγοντας «κρατάτε». Επίσης έγραφα χειρόγραφα συνθήματα κυρίως για φοιτητικά αιτήματα.

Φεύγω, πάω σπίτι, η οικογένεια φοβάται αλλά μόλις ακούγεται η πρώτη εκπομπή του ραδιοφωνικού σταθμού του Πολυτεχνείου συγκινούνται όλοι. Νομίζω πως ο σταθμός είχε καθοριστικό ρόλο στο να διαδοθεί η αντίσταση των φοιτητών, σπουδαστών και άλλων νέων στη χούντα.

Η ειλημμένη απόφαση «θα πάω κι όπου βγει» παίρνει σάρκα και οστά την Παρασκευή το πρωί. Στα κάγκελα δεν δίνουν πλέον μόνο ευχές και σάντουιτς, ένας άγνωστος μου δίνει πολλά χιλιάρικα για ενίσχυση του αγώνα τα οποία πάω στη Συντονιστική.

Η συνέχεια γνωστή. Όταν το τανκ εκπόρθησε την Πόρτα, βρέθηκα με τον Τάσο Σαπουνάκη (από τους Αρκάδες τον ήξερα) να σκεφτόμαστε μέσα στην αντάρα πώς θα φύγουμε.Φεύγουμε προς Κάνιγγος, χανόμαστε κι εμένα με παραλαμβάνει μια κλούβα. Θυμάμαι ένα διάλογο αστυνομικού με ενα παιδί: «Τι είσαι συ, ρε, φοιτητης;» «Όχι, φαναρτζής», του απαντάει και τρώει σφαλιάρες. Οι συλλήψεις ήταν μαζικές, στην Ασφάλεια μετά έκαναν τη διαλογή με βάση ό,τι στοιχεία είχαν για τον καθένα/μια.

Βρισκόμαστε σε ένα μικρό κελί, νομίζω Φειδιππίδου ήταν, με άλλες 7 κοπέλες η μια πάνω στην άλλη. Δεν ήξερα καμία, μόνο την Αιμιλία Υψηλάντη από την τηλεόραση. Την επομένη με άφησαν κρατώντας την ταυτότητά μου την οποία έπρεπε να περάσω να πάρω δεν θυμάμαι σε πόσες μέρες. Κρύφτηκα, δεν πήγα σπίτι, η μάνα μου με έψαχνε σε νοσοκομεία και στο νεκροτομείο. Τελικά, είχα ειδοποιήσει και έμαθε από τη φίλη και συντρόφισσα Μάχη Μπερερή ότι ειμαι καλά αλλά δεν θα πάω σπίτι για κάποιο δάστημα.

Όταν πήγα να πάρω την ταυτότητα, με φόβο γιατί μάθαινα για τα βασανιστήρια, σε ένα γραφείο που με άφησαν να περιμένω έβλεπα αίματα, άκουγα πόρτες να ανοιγοκλείνουν, βρισιές. Με στέλνουν στον Κραβαρίτη που μου κάνει κήρυγμα (αφού δεν είχαν τίποτα εναντίον μου) να παντρευτώ, εγώ της Παντείου έναν αξιωματικό και να αφήσω τα Πολυτεχνεία. Σημειωτέον ότι η εμφάνισή μου δεν ήταν καθόλου με το dresscode που είχαμε τότε, αλλά ως μια δεσποινίς καλοντυμένη και ήρεμη. Μου έδωσε ένα χαρτί να περιγράψω με «μελανά χρώματα», όπως ειπε το Πολυτεχνείο.

Έγραψα «εμείς παλεύαμε και παλεύουμε για τα φοιτητικά μας αιτήματα, πήγαν όπως πήγαν όλα τα παιδιά», κάπως έτσι, δεν του άρεσε αλλά την ταυτότητά μου την πήρα.

50 χρόνια μετά νιώθω ότι εκείνες οι μέρες ήταν οι σημαντικότερες της ζωής μου (εκτός από τη γέννηση των παιδιών μου…).