Scroll Top
testimonials_mertikas

ΜΕΡΤΙΚΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ (1957-2023)

Ο Γιώργος Μερτίκας ήταν ένας από τους νέους, τους σκαρφαλωμένους στην πύλη του Πολυτεχνείου, όπως βλέπουμε σε μια φωτογραφία που σώζεται από εκείνες τις μέρες (είναι ο δεύτερος από αριστερά)– κάτι για το οποίο σχεδόν ποτέ δεν μιλούσε και φυσικά δεν εξαργύρωσε. Τότε ήταν ένας 16χρονος μαθητής. Γεννημένος το 1957, πέθανε τον Νοέμβριο του 2023, τις μέρες της 50ής επετείου της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, σε ηλικία 66 ετών.

Ήταν μια σημαντική προσωπικότητα των γραμμάτων. Εκδότης του σημαντικού θεωρητικού περιοδικού Λεβιάθαν και ιδρυτής του ομώνυμου εκδοτικού οίκου, μετέφρασε σημαντικά έργα κορυφαίων ξένων στοχαστών, ενώ έγραψε δεκάδες δοκίμια σε περιοδικά και εφημερίδες.

Συμμαθητής και φίλος του Διομήδη Κομνηνού, του 17χρονου μαθητή που δολοφονήθηκε λίγες ώρες πριν από την εισβολή του τανκ στο Πολυτεχνείο, έγραψε γι’ αυτόν ένα κείμενο που παρατίθεται στο «αντίο» που έγραψε για τον Γιώργο Μερτίκα ο φίλος του Κώστας Δεσποινιάδης και το αναδημοσιεύουμε από την Εφημερίδα των Συντακτών. Βλέπε εδώ:

https://www.efsyn.gr/…/413002_eis-mnimin-giorgoy… Ένα κείμενο που θα μπορούσε να θεωρηθεί και προσωπικός απολογισμός και καταλήγει ως εξής: «Καλύτερα με τον Διομήδη και να κάνω λάθος παρά με τους ώριμους και να ’χω δίκιο».

«Το έρμα μας είναι ό,τι βαραίνει στη συνείδηση, ό,τι της προσδίδει ουσία και υλικό. Δίχως αυτό δεν έχουμε επίγνωση του τι λέμε και τι κάνουμε, είμαστε έρμαια καταστάσεων στις οποίες αφηνόμαστε ηδονικά μια και τούτες κεντρίζουν τα αισθητήρια όργανα προσφέροντας ικανοποίηση και αφήνοντάς μας συνάμα ανικανοποίητους στο διηνεκές. Το έρμα μας σε μιαν άλλη προοπτική είναι ό,τι πρόθυμα πετάξαμε άρον-άρον στη θάλασσα, ξαλαφρώνοντας, κι έτσι ταξιδεύουμε δίχως ρότα, χωρίς βάρος στη συνείδηση, κατά πού φυσάει ο άνεμος των μεταμοντέρνων καιρών.

»Το έρμα μας είναι ο πρώτος πλους της νεότητας μέσα στον κόσμο. Η εμπειρία που μαζέψαμε παρακούγοντας τις ώριμες συμβουλές των μεγάλων καθώς επαναλάμβαναν μονότονα το μάθημα της προσαρμογής και της σωφροσύνης: “Θα μεγαλώσεις και συ και θα δεις πως έχω δίκιο”. […]

»Κάπως έτσι έρχονται ακόμη στ’ αυτιά μου οι συμβουλές των ώριμων λίγο πριν, λίγο μετά τον Νοέμβρη του 73. Όταν με τον συμμαθητή μου Διομήδη Κομνηνό, αφήσαμε με την καρδιά μας μπιλιάρδα και σκιρτήματα του νου για να βρεθούμε στο Πολυτεχνείο.

»Τριάντα χρόνια περίπου μετά, αναλογίζομαι “ώριμα” εκείνα τα χρόνια. Σκέφτομαι χαρές και λύπες, ματαιώσεις, αυταπάτες, αμφιταλαντεύσεις κι άλλα πολλά που ακολούθησαν. Ό,τι δεν πρόλαβε να χαρεί ο συμμαθητής μου, ό,τι δεν πρόλαβε να κάμει. Κι αναρωτιέμαι: Άξιζε τον κόπο; Με τι μέτρο ωστόσο μπορεί ν’ απαντήσει κανείς σ’ ένα τέτοιο ερώτημα; Με το μέτρο της ιστορίας μήπως; Μα τότε για μια ακόμη φορά μπροστά σ’ αυτόν τον τελικό κριτή θ’ αποδειχτεί πως κάναμε λάθος. Θ’ αποδειχτεί πως ο στρωτός κυνικός λόγος των ώριμων είχε το δίκιο με το μέρος του, μια και η επιτυχία είναι ο τελικός κριτής. […]

»Πολλές φορές τέτοιες μέρες το σκέφθηκα και δεν το κοινώνησα μα είχα πάντα την αίσθηση μιας τύχης που δεν έλαχε στον συμμαθητή μου, μιας ευκαιρίας που μου δόθηκε κι έπρεπε να τη σεβαστώ. Ο σεβασμός σ’ αυτήν την τύχη, στο τυχαίο γεγονός της ύπαρξης, είναι το δικό μου έρμα, ό,τι καθορίζει τον εσωτερικό διάλογο, πρόκριμα για τη λήψη απόφασης στη ζωή. Κι έτσι δεν μπορώ παρά να πω: Καλύτερα με τον Διομήδη και να κάνω λάθος παρά με τους ώριμους και να ’χω δίκιο».