Scroll Top
testimonials_vostantzoglou

Μαρτυρίες: Κώστας Βοσταντζόγλου*

1949-2021, Αθήνα, γραφίστας, τελειόφοιτος Σχολής Δοξιάδη

Άγιοι Ανάργυροι, 26 Νοεμβρίου 2014

[01:07:13]

Εκείνη την εποχή ήμουνα φαντάρος. 382 ΠΑΥΠ. Προκεχωρημένη Αποθήκη Υλικού Πολέμου. Στρατόπεδο ανεπιθυμήτων. Μεταξύ Κοζάνης και Φλώρινας, κοντά στο Αμύνταιο. Στο Δρέπανο Κοζάνης, εκεί είναι και μια σειρά [από άλλα] στρατόπεδα της 1ης Στρατιάς. Η ΠΑΥΠ ήτανε «ειδικό» στρατόπεδο, μας αλλάζαν τα φώτα. Τέλος πάντων, είχα πάρει άδεια. Κατέβηκα Αθήνα, γιατί γιόρταζα (είχα τα γενέθλιά μου στις 16), κι είχα φροντίσει να πάρω την τελευταία μου άδεια πριν απολυθώ τον Γενάρη, ώστε να είμαι εδώ στη γιορτή μου. Ήρθα στις 15 από την Κοζάνη. Ήδη ήτανε κλεισμένοι οι φοιτητές στο Πολυτεχνείο. Στις 16 συναντήθηκα με έναν συγκολυμβητή, πήγαμε από το κολυμβητήριο στο Ζάππειο και μετά έριξα την ιδέα να περάσουμε να δούμε τι γίνεται στο Πολυτεχνείο. Την ώρα που φτάναμε, ήτανε μαζεμένος κόσμος και φώναζε συνθήματα και τα λοιπά. Και μέσα και έξω από το Πολυτεχνείο. Πολύς κόσμος. Το αδιαχώρητο, τουλάχιστον μπροστά. Αλλά κατέβαινε και συνέχεια κόσμος από τη Σόλωνος, από τη Σταδίου, από την Πανεπιστημίου, μπουλούκια… Κατά τις 19:30 με 20:00 περίπου, πέσανε τα πρώτα δακρυγόνα. Κι άρχισε ο κόσμος να φεύγει αλλόφρων δεξιά αριστερά. Εκεί χώρισα με τον Πέτρο τον Πομόνη, εγώ έμεινα, αυτός έφυγε. Αστυνομία δεν φαινόταν καθόλου, δεν ξέραμε καν από πού πέφτανε τα δακρυγόνα. Οι φοιτητές από μέσα μάς λέγανε: «Μη φεύγετε», οι περισσότεροι λακίσανε – εντάξει, λογικό είναι. Όσο πέρναγε η ώρα, πέφτανε ακόμα περισσότερα δακρυγόνα κι αρχίσανε πια και πέφτανε και σφαίρες. Δεν ξέραμε πάλι ούτε από πού, ούτε ποιος έριχνε, ούτε τίποτα. Απλώς είδαμε κάποιους τραυματίες. Κάποιος με σφαίρα στο πόδι, άλλος με σφαίρα στο χέρι. Αυτοί κοιτάξανε να αδειάσουνε το χώρο μπροστά απ’ το Πολυτεχνείο – οι μπάτσοι. 

Εγώ έφυγα με μια ομάδα από δέκα δεκαπέντε άτομα και πήγαμε στην πλευρά του Αρχαιολογικού Μουσείου. Χτυπήσαμε καμιά δυο πόρτες σπιτιών, αλλά δεν άνοιγε κανένας, και πήγαμε και κάτσαμε στα σκαλάκια του «Αρχαιολογικού» περιμένοντας τι μέλλει γενέσθαι. Ακούγαμε τις εκπυρσοκροτήσεις, βλέπαμε τα καπνογόνα που σηκώνανε τα ντουμάνια… Κάποια στιγμή, σηκώθηκε μια κοπέλα μπροστά μου, [που] όπως αποδείχτηκε μετά ήταν Νορβηγίδα, και όπως σηκώθηκε, τη χτύπησε μια σφαίρα εδώ (δείχνει στη βάση του λαιμού) και βγήκε από πίσω, από την πλάτη. Τη σηκώσαμε εγώ μ’ άλλο ένα παιδί και την πήγαμε απέναντι, στο «Ακροπόλ». Το «Ακροπόλ» ήτανε κλειστό. Κλειστό αλλά φωτισμένο. Φτάσαμε στην πόρτα, εκεί στεκόταν ο μετρ ντ’ οτέλ, ο υπεύθυνος του ξενοδοχείου –κράταγε μια πετσέτα κι είχε κι ένα παπιγιόν–, και δεν μας άνοιγε. Τον παρακαλούσαμε, να τηλεφωνήσουμε έστω να έρθει ένα ασθενοφόρο να πάρει την κοπέλα. Δεν άνοιγε. Αποτέλεσμα, κάναμε μια έτσι στην πόρτα τη γυάλινη και τη χώσαμε μέσα. Μπήκαμε μέσα και είδαμε μια παρέα κυρίες να παίζουν κουμκάν. Αδιάφορες για το τι συνέβαινε έξω, τους πυροβολισμούς, τις χειροβομβίδες (γέλια), ο κακός χαμός γινότανε, αλλά εκείνες ήταν φοβερά απασχολημένες. Τηλεφωνήσαμε να έρθει ασθενοφόρο, ασθενοφόρο δεν ερχότανε. Έκανε πάνω από μισή ώρα να έρθει. Δεδομένου ότι ο Σταθμός Πρώτων Βοηθειών είναι επί της Γ΄ Σεπτεμβρίου –δηλαδή δίπλα–, ήταν ανεξήγητο, αλλά όπως μάθαμε μετά, τους είχανε σταματήσει στην Ομόνοια και δεν τους αφήνανε να προχωρήσουνε. Και μάλιστα, στα πληρώματα από ένα δύο ασθενοφόρα, τους ρίξανε κιόλας ένα βρομόξυλο (αυτά τα μάθαμε μετά, δεν τα ξέραμε εκείνη τη στιγμή, εμείς περιμέναμε το ασθενοφόρο). Περιμένοντας να ’ρθει το ασθενοφόρο, εγώ είχα πάρει την πετσέτα του μετρ ντ’ οτέλ και την είχα βάλει στο λαιμό της κοπέλας. Είχε γίνει κόκκινη η πετσέτα… Όταν έφτασε το ασθενοφόρο, εκείνη τη στιγμή ξεψύχησε η κοπέλα – μέχρι εκείνη τη στιγμή ζούσε. Την είχαμε βάλει σε έναν καναπέ. Στην είσοδο, όπως μπαίνεις, είχε ένα μικρό καναπεδάκι και δεξιά (ή αντίστροφα) ήταν εκεί που κρεμούσαν τα παλτά τους. Πάντως, αυτό θυμάμαι: Παρόλο που η κοπέλα ήτανε μέσα, ουδεμία κυρία σηκώθηκε να έρθει έστω να δει τι γίνεται. Η απόσταση ήτανε δέκα μέτρα. Δεν σηκώθηκαν καν από το τραπέζι… Βγήκα από κει όταν πήρανε την κοπέλα, και πήγα δίπλα, σε ένα ημιυπόγειο –επίσης με γυάλινη πόρτα που την είχανε σπάσει και βάζανε μέσα τραυματίες– δίπλα στο «Ακροπόλ». Εκεί είδα τον αδερφό ενός φίλου, του Λάμπρου του Ξενάριου, που κολύμπαγε και ήταν και πρωταθλητής. Είχε φάει μια σφαίρα στο πόδι. Και εκεί ήταν οι περισσότεροι που συλλάβανε και μετά τους έκανε την ανάκριση ο Μαστοράκης. Ήτανε χτυπημένοι οι περισσότεροι, λίγο πολύ, και κάποιοι που δεν φεύγανε γιατί προσέχανε κάποιους φίλους ή φίλες που είχανε χτυπηθεί και δεν θέλανε να τους αφήσουνε. 

Από κει πήγα προς το Πολυτεχνείο ξανά. Ήτανε σταματημένο μπροστά στην πύλη ένα ασθενοφόρο και παλεύανε να κατεβάσουνε μια αμπούλα οξυγόνου. Μια οβίδα. Την έπιασα και ήμουνα τόσο σπινταρισμένος, που την πήγα μόνος μου μέσα, ανέβηκα όλα τα σκαλιά της Αρχιτεκτονικής τρέχοντας μέχρι τον όροφο όπου είχαν το ιατρείο. Ρώτησα τον γιατρό –ήταν ένα παιδί με γυαλιά– πού να την αφήσω, και με οδήγησε στη διπλανή αίθουσα στα δεξιά. Μέσα ήταν ήδη ένας νεκρός. Αυτός ήτανε μάλλον από δακρυγόνο, γιατί την είχε φάει στο κεφάλι ή στο στήθος και είχε σκάσει – δεν ήτανε από σφαίρα. Ο γιατρός μού είπε: «Μη μιλήσεις και πέσει πανικός…» Σηκώθηκα και κατέβηκα κάτω. Κάτω, στο προαύλιο, είχαν ανάψει φωτιές, εκεί όπου είναι τώρα το κεφάλι, για να σηκώνονται τα δακρυγόνα. Εγώ, ξέροντας τι θα επακολουθήσει, είχα πάρει κουτάκια με «Νιβέα» και τα μοίραζα στις κοπέλες… Όλοι με κοιτάγανε κάπως περίεργα γιατί ήμουνα κοντοκουρεμένος. Τους έλεγα: «Παιδιά, φαντάρος είμαι, κι αν με πιάσουνε, τη γάμησα, αλλά δεν φεύγω (μ’ είχε πιάσει το ηρωικό μου), θα κάτσω μαζί σας». Κάποια στιγμή, ένας από τους υπευθύνους, κατά τη 01:30 με 02:00 παρά, μου λέει: «Αν σε πιάσουν, θα σε γαμήσουνε. Θα σε βγάλω εγώ προς τα έξω». Και με έβγαλε από τη μικρή πόρτα της Στουρνάρη, αυτή που είναι προς τα πάνω. Πέρασα το δρόμο τρέχοντας γιατί πέφτανε σφαίρες. Κι εκεί μάλιστα μου φάνηκε χρήσιμος ο στρατός, γιατί μόνο πρηνηδόν δεν έκανα… Πέρασα απέναντι κι άρχισα να χτυπάω πόρτες. Δεν άνοιγε τίποτα. Έφτασα σχεδόν στην Πατησίων κι εκεί ήτανε ανοιχτή η πόρτα η κάτω της πολυκατοικίας όπου έμενε η Βέμπο. Την ήξερα την πολυκατοικία γιατί στον έκτο όροφο έμεναν παλιά η νονά μου και ο νονός μου. Είχανε κερδίσει για δέκα χρόνια ένα διαμέρισμα από το Λαχείο Συντακτών. 

Δεν περίμενα καν να βρω ανοιχτή την πόρτα. Χώθηκα μέσα, είδα κι άλλους δυο τρεις, τους είπα: «τι κάνουμε;», μου λένε: «ανεβαίνουμε σιγά σιγά και χτυπάμε πόρτες». Και αυτό κάναμε. Φτάσαμε στον τρίτο ή τέταρτο όροφο –δεν θυμάμαι πού ακριβώς έμενε η Βέμπο–, χτυπήσαμε και μας άνοιξε. Μέσα ήτανε ήδη αρκετά άτομα. Συνολικά ήμασταν δεκαεφτά. Εγώ κράταγα ακόμα την πετσέτα με το αίμα της κοπέλας και μια οβίδα δακρυγόνου, που τα είχα πάρει «αναμνηστικά» – τόσο μου ’κοβε εκείνη τη στιγμή… Η Βέμπο είχε μισόκλειστες τις γρίλιες γιατί, δεν ξέρω αν ήτανε από τα τανκ, αλλά υπήρχανε εκείνη τη στιγμή προβολείς οι οποίοι γυρνάγανε και ελέγχανε ποια παράθυρα ήταν ανοιχτά. Και ρίχνανε. Κι ήρθε και στάθηκε μπροστά στην πύλη. 

Στην πύλη απάνω ήτανε πάρα πολλά παιδιά, κοπέλες και αγόρια. Ένας ήταν ανεβασμένος απάνω στη στήλη και μια κοπέλα ήτανε στην άλλη πλευρά. Μετά έμαθα ότι ήταν η κοπέλα που, πέφτοντας, τη χτύπησε η πόρτα. Τα βλέπαμε από κάτω μας ακριβώς, από τον τέταρτο όροφο. Θυμάμαι ήταν ένα παιδί, ή του Ναυτικού ή του Λιμενικού (φόραγε άσπρα), μαζί με την κοπέλα του, και οι υπόλοιποι ήμασταν ξέμπαρκοι, ανεξάρτητοι-μεμονωμένοι που λένε… Η Βέμπο έλεγε: «Εγώ είμαι νοσοκόμα, κι άμα έρθει και κανένας χτυπημένος, θα τον περιθάλψω. Ξέρω…» Εγώ την άκουγα λίγο σκεπτικός γιατί τις προηγούμενες μέρες την είχε βραβεύσει η Χούντα ως τραγουδίστρια της νίκης και τα λοιπά, και τα λοιπά. Τέλος πάντων, είχαμε κλείσει τα φώτα, περιμέναμε να δούμε τι θα γίνει… Κάποια στιγμή είδαμε το τανκ να κάνει ένα τίναγμα, να χτυπάει την πόρτα και να φεύγουνε τα παιδιά σαν κούκλες από πάνω. Πέσανε όλοι κάτω, ουρλιαχτά, φωνές… Η Βέμπο έβαλε τα κλάματα, φώναζε: «Εγκληματίες», πήρε το τιμητικό έπαθλο που της είχανε χαρίσει –σαν θυρεός έμοιαζε, σαν ασπίδα– και το εκσφενδόνισε… Ο Τραϊφόρος προσπαθούσε να την ηρεμήσει, οι κοπέλες κλαίγανε, εγώ είχα μείνει αποσβολωμένος, το ίδιο κι οι υπόλοιποι… Μετά άρχισε να με πιάνει τρεμούλα, από λύσσα, όχι από φόβο… Είδαμε όλη τη σκηνή, πώς τους βγάζανε έξω, πώς τους ξυλοκοπούσανε… Απέναντι ήταν ένα μαγαζί με ηλεκτρικά ή ηλεκτρονικά είδη, το οποίο το κατεβάσανε οι αστυνομικοί ολόκληρο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε πέσει ούτε τζαμαρία, αλλά τώρα είχανε πάρει όλη την Πατησίων και τη σπάγανε. Είπα στη Βέμπο να φύγω, μου είπε: «Κάτσε και φεύγεις όταν ηρεμήσουνε τα πράματα το πρωί». Δεν μπορούσα να πάρω τηλέφωνο να ειδοποιήσω τους δικούς μου. Η μάνα μου δεν ήξερε πού ήμουνα, ούτε της είχα πει ότι θα πήγαινε στο Πολυτεχνείο. Δεν δίναμε λογαριασμό ούτε εγώ ούτε ο αδερφός μου· άλλωστε, μεγάλα παιδιά ήμασταν, και όλο σε τέτοιες δουλειές ήμασταν κι εγώ κι ο Γιάννης (γέλια). Τέλος πάντων, η μάνα μου φοβότανε μήπως μ’ είχανε σκοτώσει και της είχε πάει η ψυχή στα πόδια. Ο πατέρας μου την καθησύχαζε, της έλεγε: «καλά θα είναι» και ξέρω ’γω…

Στις 06:45 μου είπε η Βέμπο: «Τώρα μπορείς να φύγεις». Είχανε φύγει οι αστυνόμοι και τα μπλόκα. Κατέβηκα, είδα όλα τα σπασμένα μαγαζιά, πήγα με τα πόδια στο πατρικό μου, είπα στον πατέρα μου και στη μάνα μου τι είχε γίνει. Ο πατέρας μου μου είπε: «Θα σου δώσω μια συμβουλή. Ξέχνα το. Ξέχνα ό,τι είδες. Ειδάλλως, θα σε κυνηγάει σ’ όλη σου τη ζωή». Αλλά… δεν μπόρεσα να το ξεχάσω… Πήρα το αυτοκίνητο του πατέρα μου γύρω στις 11:00 και πήγα στο σπίτι του Πέτρου του Πομόνη, του φίλου μου που είχαμε κατέβει μαζί το βράδυ. Και πήρα μαζί μου κι έναν άλλο συγκολυμβητή, τον Πάνο τον Πλαγιαννάκο. Φτάνοντας στην πλατεία Αμερικής, από πίσω μας ερχόταν ένα τανκ. Ήταν η στιγμή που αρχίζανε και ρίχνανε αβέρτα. Και μου λέει ο Πάνος: «Μας κυνηγάει ένα τανκ» (γέλια). «Και τι θες να κάνω;» (γέλια). Εμείς πηγαίναμε μπροστά, το τανκ από πίσω στα πέντε μέτρα. Τέλος πάντων, φτάνουμε στην πλατεία Κολιάτσου (στην Πάτμου ήτανε το σπίτι του Πομόνη), ανεβήκαμε επάνω κι αρχίσαμε να ακούμε ειδήσεις για το τι είχε συμβεί, ανταλλάσσαμε απόψεις και τα λοιπά. Αυτά τα ωραία. Τώρα γελάω, αλλά όποτε το σκέφτομαι, με πιάνουν τα κλάματα. Κάποια στιγμή μού στείλανε κι έναν δίσκο απ’ το Παρίσι με τα ηχητικά, που μιλάει ο Παπαχρήστος: «Αδέρφια μας στρατιώτες, αδέρφια μας στρατιώτες», κι εγώ είχα πάθει την πλάκα της ζωής μου. Έφυγα απ’ το σπίτι και περπάταγα τρεις ώρες μέχρι να συνέλθω. Ήταν εγκληματίες… Και είναι εγκληματίες… Και δυστυχώς, δεν έχει τιμωρηθεί κανένας και για τίποτα. Κατόπιν εορτής έμαθα ότι ένας απ’ αυτούς που πυροβολούσε από την ταράτσα είχε διαφύγει κάπου στη Βραζιλία, μου φαίνεται…Όταν ξαναπήγα στη μονάδα, έκανα ότι δεν ξέρω τίποτα. Με ρώτησε ο διοικητής μου ο Ζαμπάρτας, ο οποίος ήτανε στη Δημοκρατική Άμυνα [και] δεν με κυνήγαγε, γιατί ήτανε κι αυτός ανεπιθύμητος (γέλια). Αλλά δεν χρειάστηκε [να του πω] τίποτα. Ήρθε το χαρτί από την Ασφάλεια.


[1] Ο τότε φοιτητής ιατρικής και υπεύθυνος του πρόχειρου ιατρείου, Γιώργος Παυλάκης

[2] Ο γνωστός γελοιογράφος, ζωγράφος και θεατρικός συγγραφέας Μέντης Μποσταντζόγλου (Μποστ, 1918-1995)


* Ο Κώστας Βοστατζόγλου, γιός του γνωστού γελοιογράφου Μπόστ ήταν ένας από τους συναγωνιστές μας που έφυγε νωρίς. Η μαρτυρία του περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Όλη νύχτα εδώ» του Ιάσωνα Χανδρινού (εκδόσεις Καστανιώτη)