Scroll Top
testimonials-halkiadaki

Μαρτυρίες: Αγάπη Χαλκιαδάκη*

Πρωτοετής μέσα στο Πολυτεχνείο

50 χρόνια μετά, γράφω αυτό το κείμενο για τα παιδιά και τα εγγόνια μου.

Πρωτοετής φοιτήτρια στη Νομική, ήμουν κι εγώ στα σκαλάκια την Τετάρτη 14 Νοεμβρίου το πρωί, μιλούσε η Ιωάννα Καρυστιάνη. Ακούστηκε στη συγκέντρωση ότι έχουν μαζευτεί στο Πολυτεχνείο, ξεκινήσαμε όλοι μαζί, γύρω στα 300-400 άτομα νομίζω, από τη Νομική και μπήκαμε στο Πολυτεχνείο γύρω στο μεσημέρι. Ο πρώτος που συνάντησα ήταν ο (τότε απλός φίλος, μετέπειτα άντρας μου) Τίτος Γαλενιανός, που είχε μόλις γυρίσει από τη Θεσσαλονίκη, και ήρθε κατευθείαν στο Πολυτεχνείο.
Συνεχώς έμπαινε κόσμος στο προαύλιο. Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί τι ένιωθα εκείνες τις πρώτες ώρες. Νομίζω ότι από την αρχή, ένιωθα, νιώθαμε ότι θα μέναμε μέσα, ότι θα κάναμε κατάληψη. Επειδή είχε προηγηθεί η κατάληψη της Νομικής; Επειδή υπήρχε διάθεση να κάνουμε κάτι παραπάνω, κάτι μεγαλύτερο; Πάντως, έπιανες αυτή τη διάθεση, ήταν στον αέρα.

Την κατάληψη της Νομικής την έβλεπα από τη γωνία Σόλωνος και Ασκληπιού με αρκετές συμμαθήτριές μου της Έκτης Γυμνασίου του 5ου Γυμνασίου Θηλέων της οδού Κωλέττη, όπου έκανα τις δύο τελευταίες τάξεις του, αφού ήρθαμε από το Ηράκλειο το 1971. Μέχρις εκεί μας άφηναν οι αστυνομικοί, μας απαγόρευαν να προχωρήσουμε παραπέρα. Πηγαίναμε εκεί μετά το σχολείο, ήμασταν πάντα απογευματινές. Κλεισμένος στη Νομική ο αγαπημένος μιας συμμαθήτριας. Διακρίναμε τα κεφάλια στην ταράτσα, βλέπαμε την ελληνική σημαία και πάρα πολλούς αστυνομικούς και ασφαλίτες στην περιοχή. Νιώθαμε, και το λέγαμε μεταξύ μας, ότι θα θέλαμε να ήμασταν φοιτήτριες, να ήμασταν κι εμείς μέσα. Γεννημένες το 1955, επηρεασμένες από τον Μάη του ‘68, τα φοιτητικά κινήματα, τα διαβάσματά μας, τον Θεοδωράκη, τον Σαββόπουλο και τον Μαρκόπουλο, βαθιά συγκινημένες από τις έως τότε φοιτητικές πορείες, (ξεκοκαλίζαμε τη στήλη του Μηνά Παπάζογλου στα Νέα), παρακολουθούσαμε τα καλλιτεχνικά δρώμενα (εκδηλώσεις στην Ελληνοαμερικάνικη Ένωση, στην γκαλερί Ώρα, σινεμά και θέατρο), είχαμε ήδη αποπειραθεί να δημιουργήσουμε μικρές αντιστασιακές ρωγμές στο σχολικό περιβάλλον: Την 21η Απριλίου του 1973, με πρωτοβουλία της Μαρίας Ευθυμίου, ντυθήκαμε στα μαύρα πολλές μαθήτριες από τα τρία τμήματα (πρέπει να ήμαστε 50-60), προχωρήσαμε σιωπηλά ως την πλατεία Εξαρχείων και επιστρέψαμε στο σχολείο με την ίδια σιωπηλή πορεία. Σε σχολική γιορτή, δεν θυμάμαι με ποια αφορμή, Χριστούγεννα ή Πάσχα, οργανώσαμε (με δική μου πρωτοβουλία) εκδήλωση με προσχηματικό θέμα την αγάπη για να διαβάσουμε «απαγορευμένα» ποιήματα Ρίτσου, Σεφέρη και δεν θυμάμαι τίνος άλλου. Σχεδιάστηκε από δυο άλλες συμμαθήτριες, την Ε.Χ. και την Α.Ρ. να βάλουν προκηρύξεις μέσα στη σημαία και να πέσουν κατά την έπαρση, την ώρα της προσευχής, αλλά αυτό απέτυχε, ανακάλυψαν τις προκηρύξεις οι γονείς της μιας μαθήτριας, την παραμονή του εγχειρήματος. Ήταν αυθόρμητες ενέργειες, νιώθαμε ότι πνιγόμαστε, θέλαμε να εκδηλωθούμε, δεν δίναμε σημασία στους κινδύνους, αισθανόμαστε ότι στην πραγματικότητα ήταν μαζί μας και οι καθηγητές και οι γονείς μας, παρά τις αντίθετες νουθεσίες τους. Εμένα με είχε οργανώσει στη ΜΟΔΝΕ προς το τέλος εκείνης της τελευταίας σχολικής μου χρονιάς η παιδική μου φίλη από το Ηράκλειο Νάντια Βαλαβάνη, το δε μοναδικό μου έργο στο πλαίσιο της οργανωμένης δράσης ήταν να ταχυδρομήσω αντιχουντικές προκηρύξεις που μου έδωσε, ούτε που θυμάμαι τι ακριβώς αφορούσαν, με οδηγία να αποσταλούν στις «ώριμες» πολιτικά συμμαθήτριές μου. Αποτέλεσμα βέβαια να δεχτούν οι παραλήπτριες επίσκεψη της Ασφάλειας στο σπίτι τους και έρευνα, όχι όμως εγώ (αφού δεν είχα λάβει επιστολή…). Καμία τους δεν με κάρφωσε, αν και ήταν σίγουρες ότι αποστολέας ήμουν εγώ, αφού είχα ζητήσει τη διεύθυνσή τους τις προηγούμενες ημέρες (!).

Την πρώτη μου ημέρα ως πρωτοετής, στο μεγάλο αμφιθέατρο της Νομικής, πριν από το πρώτο μάθημα Συνταγματικού, θυμάμαι ότι μπήκε ο Χρήστος Βέννης, πρόεδρος του διορισμένου από τη χούντα Διοικητικού Συμβουλίου της σχολής, μαζί με κάποια μέλη του συμβουλίου για να μας καλωσορίσει. Άψυχος, άνευρος, κατά παραγγελίαν. Ακολούθησε ο Νίκος Μπίστης, με μια ομάδα φοιτητών από μεγαλύτερα έτη, που μας μίλησε για ελεύθερες φοιτητικές εκλογές, για δημοκρατία. Αμέσως ηλεκτρίστηκε η ατμόσφαιρα, θυμάμαι τη συγκίνηση, τη βεβαιότητα πλέον της συμμετοχής. Αλλά και τις σκοτεινές φυσιογνωμίες των χαφιέδων στις γωνίες και στους διαδρόμους, που αρχίσαμε σιγά-σιγά να τις ξεχωρίζουμε.

Συμμετείχα λοιπόν στις συνελεύσεις στη Νομική, στις πορείες και στις διαδηλώσεις. Θυμάμαι ότι πήγαμε σε μια συγκέντρωση συμπαράστασης σε δίκη φοιτητών στα τότε δικαστήρια της οδού Σανταρόζα και μας πήραν στο κυνήγι οι αστυνομικοί. Τρέξαμε για να ξεφύγουμε, φτάσαμε μπροστά στην Εθνική Βιβλιοθήκη, επί της Πανεπιστημίου, ο Τίτος πήδηξε από ψηλά κάτω στην Ιπποκράτους, εγώ όμως, αντί να κάνω το ίδιο, (οι αστυνομικοί μια ανάσα πίσω μας), του έδωσα την τσάντα μου λέγοντας: «κράτα μου την τσάντα», για να πηδήξω πιο άνετα (!). Και βέβαια έφαγα δυνατή σπρωξιά από πίσω και βρέθηκα στο λεπτό στην Ιπποκράτους. Τόσο αθώα, τόσο άσχετη…

Ήταν μοναδικό το περιβάλλον φιλίας και συντροφικότητας εκείνες τις ημέρες, γνωριστήκαμε μεταξύ μας, φτιάξαμε παρέες, πηγαίναμε στις συγκεντρώσεις, στις πορείες, στους τοπικούς συλλόγους. Καταλήγαμε τα βράδια σε ταβέρνες στα Εξάρχεια (θυμάμαι τη Λεύκα και τον Φώντα), στην ταβέρνα στη Δαφνομήλη, στα κουτούκια στην Καισαριανή. Σινεμά στην Αλκυονίδα και στο Στούντιο. Σαββόπουλος, Μαρκόπουλος στη Λήδρα. Εκδοτικός οργασμός, βιβλία πολιτικής και λογοτεχνίας. Ναι, ήταν μοναδικές οι ημέρες αυτές. Φτιάξαμε μια ομάδα πρωτοετών από τη Νομική, είμαστε ο Δημήτρης Οικονομάκης, ο Νίκος Α., ο Ηλίας Α., ο Τάκης Ζ., ο Τάκης Ε, ο Δήμος Κ., ο Γιώργος Τσαρμπόπουλος, έρχονταν και ο Τίτος με τον φίλο και συμμαθητή του από τους Αμπελόκηπους Αλέκο Καπαριανό, μαζευόμασταν σε σπίτια, μιλούσαμε για αντιστασιακές δράσεις, αναζητούσαμε τρόπους οργάνωσης. Νομίζω ότι η μοναδικότητα των σχέσεων εκείνων των ημερών οφείλεται στην κοινή διάθεση αντίδρασης στη δικτατορία, στη συμμετοχή στις αντιστασιακές κινητοποιήσεις, στην προσμονή για την ανατροπή, στοιχεία που διαφοροποιούσαν βαθιά τη δική μας φοιτητική ζωή από την κανονική ζωή των φοιτητών σε μια φυσιολογική δημοκρατική κοινωνία. Για εμάς ήταν όλα μπλεγμένα, η προσωπική ζωή και η αντιστασιακή δράση. Οι σχέσεις που χτίστηκαν εκείνες τις μέρες ήταν οι περισσότερες σχέσεις ζωής, έρωτες και φιλίες στα χρόνια της χούντας. Μετά την πτώση της χούντας, βρεθήκαμε οι περισσότεροι οργανωμένοι σε διαφορετικές πολιτικές παρατάξεις, διατηρήθηκε όμως ο δεσμός του πρώτου έτους. Και σήμερα, ακόμα και με όσους δεν βρισκόμαστε πια, υπάρχει αυτός ο δεσμός του πρώτου έτους μεταξύ μας, το αισθάνομαι με όσους τύχει να συναντηθούμε.

Δεν έρχονταν βέβαια όλοι οι φοιτητές στη Νομική. Πολλοί ήταν οι εργαζόμενοι, άλλοι εμφανίζονταν μόνο στις εξετάσεις. Κάποιοι άλλοι παρακολουθούσαν συστηματικά τα μαθήματα και απέφευγαν οποιαδήποτε συμμετοχή.

Πήγαινα πολύ συχνά στη Φοιτητική Ένωση Κρητών, στη ΦΕΚ, (και) ως Κρητικιά. Στα γραφεία στη Ζωοδόχου Πηγής, με τους ασφαλίτες γύρω-γύρω. Την Ιωάννα Καρυστιάνη τη θυμάμαι έντονα, πώς με συγκινούσε η φλόγα που απέπνεε. Φόρουμ αντιδικτατορικής δράσης και παθιασμένων συζητήσεων για όλους, όχι μόνον τους Κρητικούς φοιτητές ήταν τότε η ΦΕΚ. Παρακολουθούσα την πολύ έντονη πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στις φοιτητικές παρατάξεις της εποχής (κυρίως ανάμεσα στην αντι-ΕΦΕ και την ΠΠΣΠ, ΑΑΣΠΕ), νομίζω ότι πολλές φορές χανόταν η μπάλα, λες και δεν ζούσαμε σε δικτατορία, συζητούσαμε με πολύ έντονο τρόπο για «τακτικές και στρατηγικές επιλογές» και άλλα εξεζητημένα ζητήματα, για να χρησιμοποιήσω μαρξιστική ορολογία, υποβαθμιζόταν, μου φαινόταν τότε, η κύρια αντίθεση, που ήταν με την χούντα. Ήταν ωραία όμως… Και εντυπωσιακό το επίπεδο παιδείας των συμμετεχόντων. Πολιτική, ιδεολογία, μουσική, λογοτεχνία.

Μια βραδιά στη ΦΕΚ μάς μάζεψαν τους πρωτοετείς ο Νίκος Μπίστης και ο Χρύσανθος Λαζαρίδης για να μας πουν να δράσουμε πιο δυναμικά ως πρωτοετείς, να αρχίσουμε να μιλάμε και εμείς στα αμφιθέατρα. Με επηρέασε πολύ αυτό. Την επομένη είχαμε μάθημα στη Νομική. Φτιάξαμε λοιπόν ομάδα με τον Τίτο και τον Αλέκο και την επομένη πήγαμε στην αίθουσα Οικονομίδη. Πριν από το μάθημα, στη γεμάτη αίθουσα, ανέβηκα σε ένα έδρανο, ο Τίτος και ο Αλέκος από κάτω δίκην σωματοφυλάκων, μίλησα δυνατά για δημοκρατία, ελεύθερες εκλογές, δεν θυμάμαι ούτε τι είπα ούτε πώς το είπα. Καμία αντίδραση στο ακροατήριο, μπήκε και ο καθηγητής. Όμως μετά πλησίασε τον Τίτο ο γνωστός του, μεγαλύτερος φοιτητής Τάκης Μ., για να του πει να μην κάνει παρέα με κομμουνιστές. Για πολλά χρόνια αργότερα, με πλησίαζαν άγνωστοί μου για να μου πουν ότι θυμούνται εκείνη την ομιλία πάνω στο έδρανο.

Αυτές ήταν οι εμπειρίες μου ως πρωτοετούς φοιτήτριας, τις πυκνές 40-50 ημέρες πριν από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Γι’ αυτό, όταν βρέθηκα μέσα στο Πολυτεχνείο, ήταν ώριμη μέσα μου η προοπτική της κατάληψης, μάλλον αυτονόητη.

Οι ημέρες στην κατάληψη ήταν έντονες, εμείς οι «μικροί» κάναμε ό,τι μας έλεγαν, μάθαμε ότι είχε οργανωθεί ήδη συντονισμός, στον οποίο υπακούαμε. Φωνάζαμε συνθήματα στα κάγκελα, γράφαμε συνθήματα σε χαρτιά στα σχεδιαστήρια, μοιράζαμε προκηρύξεις, βοηθούσαμε στην καθαριότητα, συζητούσαμε στο γρασίδι. Τις νύχτες κοιμόμασταν στα σχεδιαστήρια που μεταφέραμε δίπλα στους τοίχους των αιθουσών. Υποτίθεται ότι η φίλη μου η Νάντια με είχε προαγάγει από τη ΜΟΔΝΕ στην αντι-ΕΦΕΕ, εγώ δεν το είχα βέβαια πολυκαταλάβει, γιατί έως τότε δρούσα αυτοβούλως. Εκεί μέσα με βρήκε το πρώτο βράδυ για να μου δώσει προκηρύξεις για ελεύθερες φοιτητικές εκλογές. Μου φάνηκε πολύ ασύμμετρο το σύνθημα, σε σχέση με ό,τι ακουγόταν στο Πολυτεχνείο «Ψωμί Παιδεία Ελευθερία», «Δημοκρατία», οπότε τις άφησα σε μιαν άκρη. Μάλλον δεν το έκανα μόνον εγώ αυτό…

Θυμάμαι πολύ έντονα τον κόσμο έξω, την συμπαράσταση, το αίσθημα ότι συμμετείχα σε κάτι πολύ σημαντικό.

Πέμπτη απόγευμα στις 15 Νοεμβρίου με φώναξαν στην πύλη της Στουρνάρη. Ήταν ο πατέρας μου, που μου είχε φέρει χρήματα, πρέπει να ήταν 100-200 δραχμές, κάτι τέτοιο. Συνειδητοποίησα ότι είχα εξαφανιστεί από το σπίτι, δεν θυμάμαι αν είχα καν τηλεφωνήσει, μάθαιναν τα νέα από το ραδιοσταθμό. Ο πατέρας μου εκείνον τον καιρό έμενε τις περισσότερες εργάσιμες ημέρες στο Ηράκλειο, όπου είχε βιβλιοπωλείο, ερχόταν στην Αθήνα κάθε Παρασκευή και έφευγε Δευτέρα ξημερώματα. Ο αδερφός μου και εγώ, τη σχολική περίοδο, μέναμε με τη μητέρα μας στο διαμέρισμα που νοίκιαζαν στα Εξάρχεια, Εμμ. Μπενάκη 71. Η μάνα μου του τηλεφώνησε ότι εξαφανίστηκα κι εκείνος πήρε το αεροπλάνο από το Ηράκλειο και ήρθε στο Πολυτεχνείο κατ’ ευθείαν για να με ψάξει. Είπε το όνομά μου στην πύλη, τον ρώτησαν σχολή, με ειδοποίησαν, πήγα και έτσι με είδε πίσω από τα κάγκελα. Επιχειρώ συχνά να κάνω δική μου την κατάσταση στην οποία βρέθηκαν όλοι εκείνοι οι γονείς και δεν μπορώ να την συλλάβω. Είχαμε χάσει τον χρόνο και τον χώρο εκείνες τις ημέρες.

Πήγα στη συνέλευση της Νομικής, Πέμπτη βράδυ. Θυμάμαι ότι ήταν πολύ αργά ή ότι εγώ ήμουν πολύ νυσταγμένη. Έντονη ιδεολογική πάλη, οι ομιλητές έλεγαν ότι οι παλιοί πολιτικοί μάς είχαν προσεγγίσει, γινόταν μεγάλη συζήτηση γι’ αυτό. Σε ψηφοφορία έχω συγκρατήσει ότι τέθηκαν τελικά 2 προτάσεις: κυβέρνηση εθνικής ενότητας ή λαϊκή επανάσταση για ανατροπή της δικτατορίας ή κάπως έτσι. Δεν θυμάμαι πρόταση της αντι-ΕΦΕΕ. Ούτε θυμάμαι τι ψήφισα εγώ. Η Νάντια δεν είχε εμφανιστεί, η γραμμή είχε βραχυκυκλώσει μάλλον. Ακόμα απορώ με το σουρεαλιστικό αποτέλεσμα. Ενώ υπερψηφίστηκε η πρόταση για λαϊκή επανάσταση κατά της δικτατορίας, εκλέξαμε ως αντιπροσώπους της σχολής στη Συντονιστική Επιτροπή τον Χρύσανθο Λαζαρίδη και τον Χρήστο Λάζο, δηλαδή τους υποστηρικτές της πρότασης για κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Δεν γνωρίζω εάν έχει μπορέσει ποτέ κανείς να εξηγήσει αυτή την ψήφο, υποθέτω ότι ο ιστορικός (του μέλλοντος που είναι πλέον παρόν) θα έπρεπε να έχει ήδη επιληφθεί.

Την επομένη, Παρασκευή στις 17 Νοεμβρίου, αισθανόμουν πολύ βρόμικη και είπα να πάω το πρωί στο σπίτι μου, που ήταν πολύ κοντά. Έκανα μπάνιο, άλλαξα ρούχα, και όταν ετοιμάστηκα να φύγω, βρήκα τον πατέρα μου στην πόρτα να μου λέει ότι δεν θα πάω πουθενά γιατί θα μας σκοτώσουν. Συνειδητοποίησα ότι τις προηγούμενες ημέρες εγώ ζούσα σε έναν άλλο κόσμο, ενώ ο πατέρας μου παρακολουθούσε τα γεγονότα και είχε προβλέψει τη συνέχεια. Είδα ότι είχε το κλειδί στην πόρτα του διαμερίσματος, ξεκλείδωσα για να φύγω και τότε ο πατέρας μου (τότε 47 ετών) κατέρρευσε μπροστά μου, σαν να είχε λιποθυμήσει, σαν να είχε πάθει κάτι. Πήγα στο μπάνιο, γέμισα έναν κουβά με νερό, τον έριξα πάνω του, είδα ότι αντιδρούσε, κατάλαβα ότι χρησιμοποιούσε όλα τα μέσα για να με εμποδίσει και έφυγα. Η μάνα μου δίπλα άφωνη. Μου ήταν αδιανόητο ότι δεν θα επέστρεφα στο Πολυτεχνείο. Σήμερα το σκέφτομαι και εκπλήσσομαι με τη σκληρότητά μου, μου ήταν όμως αδύνατο να μην επιστρέψω στο Πολυτεχνείο, αισθανόμουν ότι συμμετείχα σε κάτι πολύ σπουδαίο.

Πρέπει να ήμουν από τους τελευταίους που μπήκαν στο Πολυτεχνείο εκείνο το πρωί πριν κλείσουν οι πόρτες. Από το μεσημέρι και μετά η ατμόσφαιρα βάρυνε πολύ. Το απόγευμα αρχίσαμε να ακούμε πυροβολισμούς. Τα μάτια μας έκαιγαν από τα δακρυγόνα. Μεγαλύτεροί μας, μέλη της Συντονιστικής, γύριζαν στο προαύλιο για να μας ενθαρρύνουν και έλεγαν ότι ρίχνουν αλατόσφαιρες. Θυμάμαι τον Αλέκο, όταν αρχίσαμε να βλέπουμε τα φορεία να μπαίνουν στο ιατρείο στην Αρχιτεκτονική, να λέει ότι μάλλον πρόκειται για τέτοιες σφαίρες. Μας μοίραζαν φέτες λεμονιού για τα μάτια μας που δάκρυζαν και έκαιγαν. Βάζαμε φίλτρα τσιγάρων στα ρουθούνια για να μην μπαίνει ο καπνός.

Βράδυ πια, πύκνωσαν οι πυροβολισμοί και αρχίσαμε να ακούμε τα τανκς. Ήμουν μαζί με τον Τίτο, την κοινή μας φίλη από το Ηράκλειο Ράνια Αστρινάκη και τον Αλέκο. Οι τέσσερίς μας, λουφαγμένοι σε μια γωνία, έξω από τη σχολή Μηχανολόγων όπου συναντήσαμε και τον Γιώργο Τσαρμπόπουλο.

Μετά τα μεσάνυχτα και την εισβολή του τανκ, βγήκαμε σε σιωπηλή πορεία με πολλούς άλλους, μέσα από τα κάγκελα της πύλης της οδού Στουρνάρη. Οι φαντάροι δεξιά αριστερά δεν μας χτύπησαν. Πήραμε το δρόμο προς τα πάνω, προς την πλατεία Εξαρχείων, εκεί μας σταμάτησαν αστυνομικοί, δεν μας άφησαν να προχωρήσουμε. Πιασμένοι χέρι-χέρι οι τέσσερις, ο Τίτος, η Ράνια, ο Αλέκος και εγώ, μπήκαμε στα δρομάκια προς την Αλεξάνδρας, για να φτάσουμε στο σπίτι της ξαδέρφης της Ράνιας, της Άννας, στην οδό Γρηγορίου Θεολόγου, ψηλά, κοντά στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Δεν κατάλαβα πώς φτάσαμε σε εκείνο το σπίτι. Θυμάμαι το σκοτάδι, ότι κάναμε αστεία για να δώσουμε θάρρος ο ένας στον άλλο, εγώ τους έλεγα ότι σε αυτούς τους δρόμους περπατούσα για να κάνω επανάληψη Βυζαντινής Ιστορίας για τις εισαγωγικές, γιατί είχαν ονόματα Βυζαντινών αυτοκρατόρων (Βουλγαροκτόνου, Κομνηνών, Βατάτζη, Τσιμισκή…). Είναι ακόμα έντονη στη μνήμη μου η νύχτα, ο φόβος και ότι κρατιόμαστε χέρι χέρι. Φτάσαμε στο σπίτι, ήταν εκεί η Λιλή Ζωγράφου, Ηρακλειώτισσα κι αυτή, ήθελε να μάθει νέα. Τους είπαμε τα δικά μας, μας είπαν τι είχαν ακούσει στις ειδήσεις, μας έστρωσαν σε ένα δωμάτιο, πέρασε όπως- όπως η υπόλοιπη νύχτα. Τηλεφώνησα στο σπίτι μου και έδωσα τη διεύθυνση και πρωί- πρωί την επομένη ήρθε ο πατέρας μου και με πήρε. Έβγαλε εισιτήριο για να πάω μαζί του στο Ηράκλειο το ίδιο εκείνο βράδυ, όπου και κανόνισε να κάνω μαθήματα οδήγησης, για να απασχοληθώ με κάτι άλλο και να με απομακρύνει (νόμιζε…).

Πριν φύγω,πρόλαβα και τηλεφώνησα στον Τίτο, μου είπε ότι είχε γυρίσει κι εκείνος σπίτι του στους Αμπελόκηπους, κατέβηκε μαζί με τον μεγάλο του αδελφό για να δουν την κατάσταση. Κοντά στο Πολυτεχνείο συνάντησε τυχαία την Νάντια, η οποία ήθελε να πάει σε μία ταράτσα να δει πώς ήταν το Πολυτεχνείο την επομένη από την είσοδο των τανκς. Πήγαν μαζί γωνία Ηπείρου και Πατησίων, όπου είχε διαμέρισμα ένας θείος του Τίτου, είπαν κάποιες δικαιολογίες και ανέβηκαν στην ταράτσα.

Το 2020, στις αρχές της πανδημίας, πριν από τις μάσκες και τα εμβόλια, με τις ειδήσεις από το Μπέργκαμο, τις διασωληνώσεις και τους θανάτους, όταν η μόνη μας έξοδος ήταν για περπάτημα γύρω από το σπίτι μας, είπα στον Τίτο: «Χάθηκε να ήμασταν 10-15 χρόνια νεότεροι; Να μην κινδυνεύαμε τόσο λόγω ηλικίας;» Η απάντησή του άμεση, αυθόρμητη -«Ναι, αλλά δεν θα είχαμε ζήσει το Πολυτεχνείο»- νομίζω ότι είναι η καλύτερη κατάληξη γι’ αυτό το κείμενο. Τα λέει όλα, δεν χρειάζεται ανάλυση ούτε προσθήκη για το τι ήταν το Πολυτεχνείο για όσους το έζησαν.

* Η Αγάπη Γαλενιανού-Χαλκιαδάκη αφυπηρέτησε από το Δικαστικό Σώμα ύστερα από μακρά και γόνιμη πορεία 37 ετών. Το 1985 διορίστηκε πάρεδρος των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Έγινε πρωτοδίκης το 1987 και για 10 χρόνια. Από το 1997 μέχρι το 2000 διετέλεσε πρόεδρος Πρωτοδικών στα διοικητικά Πρωτοδικεία Ηρακλείου και Αθηνών. Από το 2000-2003 εφέτης στο διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης. Από το 2003-2016 εφέτης στο διοικητικό Εφετείο Αθηνών. Στο χρονικό διάστημα 2016-2022,  σύμβουλος στο β΄ τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατετίας.