Scroll Top
testimonials_generic

Μαρτυρίες: Δάφνη Μαρία Γκυ-Βουβάλη

Πώς η 17η Νοέμβρη 1973 έκοψε τη ζωή ενός δεκάχρονου παιδιού στα δυο

Τρεις μέρες άκουγα τις φωνές των φοιτητών, να φθάνουν ως το σπίτι μας από τον χώρο του Πολυτεχνείου. Δυνατές, καθαρές και οργισμένες. Ήμουν 9,5 χρόνων και πήγαινα στην Ε’ Δημοτικού. Το σπίτι μας βρισκόταν επί της λεωφόρου Αλεξάνδρας, πάνω στην πλατεία Αιγύπτου, και ακριβώς απέναντι από το άγαλμα του Κωνσταντίνου. Άκουγα τις φωνές τουλάχιστον με μια δόση κατάπληξης, καθώς όλοι εκείνη την εποχή είμασταν συνηθισμένοι στη σιωπή. Γνώριζα ότι οι γονείς μου ήταν δημοκρατικοί, ότι ο Παπαδόπουλος ήταν ένας πολύ κακός άνθρωπος, ότι στην οδό Μπουμπουλίνας, στην παραπάνω γωνία από το σπίτι μου, βασάνιζαν ανθρώπους, κι ότι ποτέ δεν έπρεπε να μιλώ σε κανέναν για πράγματα που αφορούσαν την οικογένεια μου: η μητέρα μου, δυναμικός άνθρωπος και με τον αδερφό της να ζει ήδη αυτοεξόριστος στο Λονδίνο (τον δημοσιογράφο Σπύρο Γιαννάτο), με μεγάλωνε λέγοντάς μου τα πάντα. Έτσι, εκείνο το τριήμερο έβλεπα τους γονείς μου να είναι εξαιρετικά ανήσυχοι με όσα συνέβαιναν, και παρά το νεαρό της ηλικίας μου, μου είχαν δημιουργήσει με τις συζητήσεις τους όχι μόνο ανησυχία, αλλά και έξαψη.

Την Παρασκευή 16 Νοεμβρίου, άρχισαν να πηγαινοέρχονται στο Πολυτεχνείο. Εναλλάξ. Η μητέρα μου με σάντουιτς για τους φοιτητές, και αργότερα ο πατέρας μου, ο οποίος ήταν γιατρός, με φάρμακα. Όσο περνούσε η ώρα μεγάλωνε και η έξαψή μου, και τους εκλιπαρούσα να με πάρουν μαζί  τους, να δω τα παιδιά, να φωνάξω κι εγώ κατά του Παπαδόπουλου, αλλά βέβαια, η απάντηση, λόγω του νεαρού της ηλικίας μου, ήταν σταθερή: Όχι. Η ξαδέρφη μου η Σοφία ήταν κλεισμένη κι αυτή στο Πολυτεχνείο – τότε ήταν φοιτήτρια της Οδοντιατρικής. “Να πάμε να δω και τη Σοφούλα” έλεγα αφελώς, λες και θα ήταν επιχείρημα για να με πάρουν μαζί τους. Όχι. Η μητέρα μου μάλιστα, είχε βρει κι ένα κόλπο για να με καθησυχάζει: «Την επόμενη φορά που θα πάω», μου έλεγε συνέχεια. Αλλά εγώ διαισθανόμουν ότι δεν θα υπάρξει επόμενη φορά…

Όταν τα πράγματα άρχισαν ν’ αγριεύουν, κατά τις 5.00 το απόγευμα, η μάνα σταμάτησε τα πήγαινε -έλα. Είχαν αρχίσει να πέφτουν οι πρώτες σφαίρες, και οι εκκλήσεις της Μαρίας Δαμανάκη και του Δημήτρη Παπαχρήστου  από τον σταθμό γίνονταν δραματικές. Απέμενε ο πατέρας. Η τελευταία φορά που έφυγε για το Πολυτεχνείο, ήταν στις 6.00 το απόγευμα. Με το ραδιόφωνο πάντα ανοιχτό, και την μητέρα μου να αγωνιά δίπλα του, έβγαλε ό,τι φάρμακα βρήκε μέσα σ’ ένα συρτάρι του γραφείου του, τα σκόρπισε στο πάτωμα, άρχισε να διαλέγει, τα έχωσε σε μια γαλάζια σακούλα, άνοιξε την πόρτα με τη μάνα μου να ξεφωνίζει πίσω του, και έφυγε. Εγώ στεκόμουν σε μια γωνιά και παρακολουθούσα…

Ο πατέρας μου πήγε στο Πολυτεχνείο, πήδησε τα κάγκελα, όπως μας εξομολογήθηκε αργότερα, και μπήκε μέσα. Κάθισε με τους φοιτητές μια ώρα μόνο – σήμερα αισθάνομαι ενοχές που δεν κάθισε περισσότερο, αισθάνομαι ότι θα έπρεπε να είχε μείνει μέσα – και γύρισε στο σπίτι στις 7.00, σκεπτόμενος εμένα, μη μ’ αφήσει ορφανή αν συνέβαινε κάτι, κι ενώ οι σφαίρες έπεφταν πια βροχή, και ακούγονταν ολούθε πυροβολισμοί.

Όσο έλειπε, η μητέρα μου έκλαιγε. Η αστυνομία είχε βγάλει διαταγή να μην πλησιάζει κανένας στα παράθυρα, κι έτσι είχαμε κατεβάσει τις γρίλιες και οι γονείς μου παρακολουθούσαν γονατιστοί τα τεκταινόμενα μπροστά από το σπίτι. Η μητέρα μου, μου είχε απαγορεύσει να πλησιάσω να δω κι εγώ – αυτό το διαρκές «όχι» και «μη!» είχαν γίνει μαρτύριο για μένα, με δεδομένο αυτά που άκουγα – τις κραυγές και τον ήχο από τις σφαίρες. Σε μια στιγμή της ξέφυγα, άνοιξα την μπαλκονόπορτα και όρμησα έξω στο μπαλκόνι. Ήταν νύχτα, ο πατέρας δεν είχε επιστρέψει ακόμα, η λεωφόρος Αλεξάνδρας μπροστά από το σπίτι μας και στη συμβολή με την Πατησίων ήταν γεμάτη οδοφράγματα, φωτιές και διαδηλωτές που φώναζαν συνθήματα και κυνηγούνταν από την αστυνομία. Ο κρότος από τους πυροβολισμούς ήταν εκκωφαντικός, και κάτω από το σπίτι μας ακριβώς, ένα αστυνομικός έπαιζε το περίστροφό  του στο χέρι με τον αντίχειρα σαν κομπολόι, γελώντας σαρδόνια. Δεν πρόλαβα να δω άλλο. Ένιωσα ένα χέρι να με αρπάζει από το σβέρκο σαν γατί, και να με τραβάει μέσα στο σπίτι – «τρελάθηκες παιδάκι μου;»

Στις 7.00 ο πατέρας επέστρεψε, για να μην ξαναβγεί ούτε αυτός ξανά. Από τις 7.00 έως τις 12.00, οι γονείς μου πότε κάθονταν δίπλα στο ραδιόφωνο κλαίγοντας, πότε αλώνιζαν το σπίτι σαν θηρία στο κλουβί τους, και πότε γονάτιζαν στις γρίλιες για να βλέπουν τι γίνεται έξω, με τα φώτα μέσα στο σπίτι βεβαίως σβηστά, στα σκοτεινά, να μην μας πάρει χαμπάρι η αστυνομία. «Τα παιδιά», έλεγαν, «πάνε τα παιδιά, θα τα σκοτώσουν». Εγώ στεκόμουν αμίλητη και κατάπληκτη σε μια γωνιά και παρακολουθούσα. Στις 12.00 αποφάσισαν ότι έπρεπε να με βάλουν για ύπνο. Κίνησα να πάω στο δωμάτιό μου, που έβλεπε στον ακάλυπτο της Ιουλιανού. Ποτέ δεν θα ξεχάσω τις ομοβροντίες των πολυβόλων και τον αντίλαλό τους μέσα στο δωμάτιό μου και στον διάδρομο του  διαμερίσματός μας, που τρανταζόταν ολόκληρο. Ακόμα μέσα στο κεφάλι μου είναι, ακόμα και στον ύπνο μου τις ακούω… Δεν μπόρεσα να πάω στο δωμάτιό μου. Η μητέρα μου, μου έδωσε για πρώτη φορά στη ζωή μου βάλιουμ, και μου έστρωσε στην δική τους κρεβατοκάμαρα. Άμαθη από τέτοια, έπεσα, όπως ήταν φυσιολογικό, σε νάρκη.

Η επόμενη ανάμνηση που έχω, είναι το ξύπνημά μου στις έξι το πρωί από την μητέρα μου, το Σάββατο 17 Νοεμβρίου ή την Κυριακή 18 (δεν θυμάμαι ακριβώς), με τα λόγια «σήκω, πρέπει να φύγουμε». Ο πατέρας μου είχε ήδη φύγει να πάει στους Αμπελοκήπους όπου έμενε η μητέρα του, να δει αν ήταν όλοι στην οικογένειά του καλά, κι εμένα δεν με άφηναν ποτέ μόνη στο σπίτι, πολύ περισσότερο εκείνη την ημέρα. Κι εδώ ξεκινά το δεύτερο μέρος μιας ανάμνησης που έμοιαζε οδύσσεια, μέσα στους δρόμους.

Ξεπορτίζοντας από το σπίτι μας, μένω με το στόμα ανοιχτό: έχει κηρυχτεί στρατιωτικός νόμος και ολόκληρη η πλατεία Αιγύπτου και η λεωφόρος Αλεξάνδρας είναι γεμάτη τανκς, αποκαΐδια από οδοφράγματα, στρατιώτες και αστυνομία. Πρώτη φορά στη ζωή μου έβλεπα τέτοιο φοβερό θέαμα. Έπρεπε να πάμε κι εμείς με τη μάνα μου στους Αμπελοκήπους, όπου έμενε η ξαδέρφη μου, και να περιμένουμε μήπως φανεί, γιατί ήταν εξαφανισμένη από το σπίτι της, και δεν ξέραμε αν ζούσε ή αν είχε σκοτωθεί. Πώς θα πηγαίναμε; Φυσικά με τα πόδια. Στο κατώφλι της πολυκατοικίας μας, η μάνα μου, μου έσφιξε το χέρι και μου είπε: «Κοίτα μπροστά σου και τρέξε». Αρχίσαμε να τρέχουμε, πηδώντας οδοφράγματα και αποκαΐδια, και να ανεβαίνουμε την Αλεξάνδρας προς τα πάνω. Ομολογουμένως δεν θυμάμαι αν υπήρχαν κι άλλοι άνθρωποι σαν κι εμάς στο δρόμο. Θυμάμαι τα τανκς απλωμένα παντού, τις στρογγυλές, μαύρες μπούκες τους, τους στρατιώτες μέσα και γύρω απ’ αυτά, και την αστυνομία. Δεν μπορώ να πω αν φοβόμουν ή όχι, υπερίσχυε το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, αυτό ήταν το μόνο σίγουρο. Οι στρατιώτες μας κοιτούσαν μ’ ένα βλέμμα που με τρόμαζε, αυτό που δεν θα ξεχάσω όμως ποτέ, ήταν το βλέμμα των αστυνομικών: μιλούσαν δυνατά μεταξύ τους και γελούσαν μ’ ένα γέλιο φοβερό, ενώ ποτέ στη ζωή μου από τότε μέχρι σήμερα δεν έχω αντικρίσει τέτοιο βλέμμα σε άνθρωπο. Ήταν ένα βλέμμα γεμάτο σαδισμό, απίστευτη χαιρεκακία, και μίσος, κι έμοιαζε με βλέμμα φιδιού. Θα πρέπει να ένιωθα και φόβο, ναι, θα πρέπει να ένιωθα και φόβο.

Πίσω μας, προς τη μεριά της Πατησίων, ακούγονταν αραιοί πυροβολισμοί, και σε μια στιγμή κατάφερα να στραφώ και να κοιτάξω – από φόβο μήπως κάποια σφαίρα θα μου καρφωνόταν στο κεφάλι. Είχα την εντύπωση ότι ουδέποτε θα πήγαινα σχολείο ξανά, ότι αυτή ήταν η τελευταία μέρα της ζωής μου. Όσο ανεβαίναμε δε προς τους Αμπελοκήπους, τόσο πύκνωναν τα τανκς, οι στρατιώτες και η αστυνομία, διότι πλησιάζαμε στην Αμερικάνικη Πρεσβεία, την οποία… «προστάτευε» ο στρατός, μην τους πάθει τίποτε, με αποτέλεσμα να γίνεται πολύ δύσκολη η πρόσβασή μας, και να φοβόμαστε για την σωματική ακεραιότητα και την ζωή μας.

Κάποια στιγμή σταματήσαμε, ανήμπορες να συνεχίσουμε επί της Αλεξάνδρας, ο δρόμος ήταν αδιάβατος. Χωθήκαμε μέσα στους παράδρομους του περιφερειακού του Λυκαβηττού. Παντού επικρατούσε άκρα σιγή και ερημιά, τα παράθυρα των πολυκατοικιών ήταν όλα κλειστά, και ψυχή στο δρόμο. Εκεί, μας κυρίευε άλλος φόβος, μήπως οι αστυνομικοί είχαν στήσει καρτέρι στις γωνιές για τους περαστικούς. Καταφέραμε όμως να φτάσουμε στον προορισμό μας.

Στο σπίτι της θείας μου στους Αμπελοκήπους, η ξαδέρφη μου η Σοφία δεν είχε φανεί. Χωρίς να ξέρουμε τι ακριβώς να κάνουμε, καθίσαμε και περιμέναμε. Πέρασαν πολλές ώρες έτσι. Κάποια στιγμή χτύπησε η πόρτα και την είδαμε μπροστά μας σαν το φάντασμα, με την άσπρη ζιβάγκο μπλούζα της κι ένα μαύρο παντελόνι, με τα καστανά μάτια της τεράστια, γεμάτα αποφασιστικότητα και τρόμο μαζί. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την έκφρασή της. Η μητέρα μου την παρακάλεσε να έρθει μαζί μας στο σπίτι μας στο Πεδίο του Άρεως, με το σκεπτικό ότι εκεί δεν θα την αναζητούσε η αστυνομία. Εκείνη δέχθηκε. Η ώρα είχε πάει τρεις το μεσημέρι.

Ξεκινήσαμε να γυρίσουμε, και οι τρείς μαζί, στο σπίτι μου. Βάλαμε τη Σοφία στη μέση για να μην την αρπάξει και μας την αποσπάσει κανένα χέρι, διότι προφανώς θα έκανε μπαμ από το ντύσιμο και την έκφραση του προσώπου της ότι ήταν φοιτήτρια.

Γι’ άλλη μια φορά, δεν τολμήσαμε να πάρουμε την λεωφόρο Αλεξάνδρας, αντίθετα πήραμε ν’ ανεβαίνουμε ξανά τα στενά του περιφερειακού του Λυκαβηττού. Θυμάμαι πως έσφιγγα το χέρι της ξαδέρφης μου και σε κάθε γωνία που φτάναμε έλεγα από μέσα μου: «αν τώρα ξεπροβάλει ένας αστυνομικός και κάνει να την αρπάξει, εγώ θα μπω στη μέση και θα πω “πάρτε εμένα, αυτή δεν έκανε τίποτε”»! Τι σκέψη κι αυτή… Ξαφνικά, ακούσαμε ήχο αυτοκινήτου πίσω μας, στραφήκαμε και είδαμε ένα Ι.Χ. να προχωρά αργά, με κατεύθυνση προς την Πατησίων. Ήμασταν ξεθεωμένες από την τρεχάλα, και για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή μας, κάναμε ωτοστόπ. Ο οδηγός μας είδε, μας ζύγιασε με το μάτι. Τον ζυγιάσαμε κι εμείς. Δεν βγάλαμε μιλιά, ούτε εμείς, ούτε αυτός. Δέχθηκε να μας κατεβάσει «λίγο πιο κάτω». Θυμάμαι πως τον παρατηρούσα καθώς οδηγούσε και -με το παιδικό μου μυαλό που μεγέθυνε τα πάντα- κοίταζα τις «τσέπες» των θυρών του αυτοκινήτου, για να δω αν έχουν μέσα τους περίστροφο και το στρέψει εναντίον μας! Μας άφησε πάλι μέσα στα στενά, κοντά στην Αλεξάνδρας, περίπου στα μισά μεταξύ Αμπελοκήπων και Πεδίου του Άρεως. Δεν ξέρω ποιος ήταν, δεν τον ξανάδαμε ποτέ. Αρχίσαμε και πάλι να τρέχουμε στην λεωφόρο, τώρα με μεγαλύτερο φόβο ανάμεσα στα τανκς, προς το σπίτι μου. Κι όταν επιτέλους επιστρέψαμε, μπήκα μέσα σ’ αυτό, υψώθηκαν ξανά οι τέσσερις τοίχοι του γύρω μου, κι εγώ ήθελα να μην ξαναβγώ ποτέ έξω, ν’ ανοίξει η γη και να με καταπιεί… 

Η Σοφία δεν έμεινε πολύ μαζί μας γιατί φοβόταν μήπως την ανακαλύψουν, και μετά από κάποιες ώρες έφυγε ξανά προς άγνωστη κατεύθυνση. Τα τανκς αν θυμάμαι καλά, έμειναν στην λεωφόρο Αλεξάνδρας επί μια εβδομάδα, κι επί μια εβδομάδα εγώ δεν πήγαινα σχολείο. Άκουγα τους γονείς μου που έλεγαν ότι τώρα είχε επιβληθεί καινούργια δικτατορία, υπό τον Ιωαννίδη.

Σήμερα, 17 Νοεμβρίου 2023, 50 χρόνια μετά, δεν ξέρω πώς έγραψα όλο τούτο το χρονικό. Η συγκινησιακή μου φόρτιση είναι μεγάλη, τούτη τη στιγμή που γράφω αισθάνομαι ναυτία και πονοκέφαλο. Ζητώ συγγνώμη αν πλατίασα, αλλά η αλήθεια είναι πως από εκείνη την ημέρα και ύστερα, εγώ ένιωσα πως έπαψα να είμαι πια παιδί. Ένιωσα πως μεγάλωσα, και πως έπρεπε ν’ αρχίσω να διαβάζω εφημερίδα και να παρακολουθώ τις ειδήσεις, πράγμα που και έκανα, από τα δέκα μου χρόνια. 

Με άλλα λόγια, η 17η Νοεμβρίου 1973 έκοψε τη ζωή μου στα δύο, στο πριν και στο μετά. Είναι το μεγαλύτερο ορόσημο της ζωής μου. Και χαίρομαι πολύ που δημιουργήσατε αυτή την ιστοσελίδα, γιατί τα νέα παιδιά σήμερα πρέπει να ΜΑΘΟΥΝ, να ξέρουν, διότι τα νέα παιδιά είναι το μέλλον ενός λαού, και λαός χωρίς μνήμη πεθαίνει…