Scroll Top
testimonials_generic

Μαρτυρίες: Γιώργος Γεροντάσιος

(πρωτοετής φοιτητής τότε στη Σχολή Χημικών Μηχανικών του ΕΜΠ)

Νοέμβριος 1973, ταγματάρχης στο ΚΕΒΟΠ: «Και ξύλινους βουλευτές θα βάλουμε στο Κοινοβούλιο για να μας δεχτεί το Συμβούλιο της Ευρωπης! Εάν φύγουνε, εμείς θέλουμε να αναλάβει ένας στιβαρός πρωθυπουργός όπως ο Καραμανλής και όχι ένας μαλθακός όπως ο Κανελλόπουλος!»

Τα παραπάνω είναι μέρος από ένα λογύδριο που μας έκανε ένας ταγματάρχης λίγο πριν μας φορτώσουν στο ΡΕΟ με προορισμό το ΕΑΤ/ΕΣΑ.

50 ΧΡΟΝΙΑ από εκείνες τις φοβερές τρεις ημέρες στο Πολυτεχνείο.

Τετάρτη, Πέμπτη και Παρασκευή προς Σάββατο. Τις έζησα από μέσα όντας πρωτοετής φοιτητής στη Σχολή Χημικών Μηχανικών και φυσικά τότε πολιτικά ανίδεος. Μετά την εισβολή του στρατού στο Πολυτεχνείο, με συλλάβανε και ήμουν κρατούμενος για 15 ημέρες. Πέραν των παραπάνω με τον αξιωματικό, θέλω να επισημάνω μερικά χαρακτηριστικά εντονότατα γεγονότα του τριημέρου εντός του Πολυτεχνείου και των ημερών που ήμουνα κρατούμενος.

Πρωτόγνωρη κατάσταση στο χώρο του Πολυτεχνείου γεμάτο νέους με ενθουσιασμό που ξεκίναγαν αντίσταση προς τη χούντα χωρίς να ξέρουν πού θα καταλήξει. Όλοι κάτι πρόσφεραν, κάποιο καθήκον τους είχε ανατεθεί, ήταν κινητοποιημένοι και μαχητικοί, χωρίς να γνωρίζουν αρχηγούς, επικεφαλής και πρωτεργάτες του εγχειρήματος. Με καθρεφτάκια προσπαθούσαμε με την αντανάκλαση του ήλιου να αποτρέψουμε να μας βγάζουν φωτογραφίες από το απέναντι κτίριο του Ακροπόλ.

Την Παρασκευή το απόγευμα επέστρεψα στο Πολυτεχνείο και επειδή είχαν κλείσει οι πόρτες από τη Στουρνάρη, από ένα παράθυρο στην Πρυτανεία τοποθετούσαν σκάλα, και ελάχιστοι έμπαιναν πολύ-πολύ γρήγορα μέσα, μεταξύ αυτών και εγώ, χωρίς να σκεφτόμαστε ότι στις απέναντι γωνίες ήταν διμοιρίες αστυνομικών που θα μπορούσαν να μας χτυπήσουν με κάθε τρόπο.

Δεν γνώριζα ότι το βραδάκι της Παρασκευής, κατά τις εφτά, άρχισαν τα δακρυγόνα και παράλληλα μεταφέρονταν στο ιατρείο που ήταν στημένο στην Αρχιτεκτονική τραυματίες ή σκοτωμένοι και τότε άρχισε ο φόβος.

Ήμασταν με τους συμφοιτητές Θανάση, Αλέκο και Πάνο περί τα 5 μέτρα από την πύλη όταν γύρω στις 2:30 ξημέρωμα Σάββατο την γκρέμισε το τανκ και τότε από το φόβο τρέμανε τα πόδια μας και όλοι τρέξαμε και μαζευτήκαμε μπροστά στην είσοδο των Μηχανολόγων.
Βγήκαμε συντεταγμένα, χωρίς να μας πειράξουν οι φαντάροι, από την οδό Στουρνάρη και κάτω στην άσφαλτο είδαμε πεσμένο ‘έναν νεαρό αιμόφυρτο να τον χτυπάνε οι αστυνομικοί με κλομπ, δεν ξέρω εάν και πώς επέζησε αυτός ο άνθρωπος.

Μας συνέλαβαν στην Ευελπίδων ξημερώματα Σάββατο. Στη Γενική Ασφάλεια στη Μεσογείων, στο κελί ήμασταν τόσοι πολλοί που μόνο όρθιος μπορούσες να σταθείς, για ύπνο ούτε λόγος. Μείναμε εκεί δύο ημέρες.

Στην Ασφάλεια Προαστίων στον Περισσό τα υπόγεια κελιά ήταν κρύα και βρόμικα. Ο ψυχολογικός πόλεμος και ο φόβος ήταν ανυπόφοροι, μας έλεγαν ότι θα μας φορτώσουν για τη Μακρόνησο. Εκεί μείναμε 5 ημέρες. Το φαγητό ημερησίως ήταν ένα αχλάδι, λίγο ψωμί και λιωμένη -ας την πούμε- φέτα.

Στο ΚΕΒΟΠ οι συνθήκες ήταν άθλιες, όλοι στοιβαγμένοι σε ένα βρόμικο Πειθαρχείο. Εκεί με επισκέφθηκε ο ξάδελφός μου Δημήτρης, κι αυτό ήταν γενναίο εκείνες τις μέρες εκ μερους του. Εκεί έμεινα μία εβδομάδα.
Εδώ είχε μεταφερθεί την προηγούμενη μέρα από εμένα  ο συγκρατούμενος και φοιτητής στο δεύτερο έτος της σχολής μας, ο αείμνηστος Γιώργος Δρογκάρης, ο οποίος είχε δώσει τη γνωστή συνέντευξη στον Ν. Μαστοράκη που είχε μεταδοθεί από την τηλεόραση.

Μετά το λογύδριο του ταγματάρχη, που σας πρωτοανέφερα, τελευταία στάση το ΕΑΤ/ΕΣΑ. Διοικητής ο Σπανός. Φόβος απερίγραπτος. Εκεί μας ξεδιαλέγανε μετά απο ανακρίσεις και για όποιον δεν προέκυπτε κάτι τον διώχνανε, όπως έγινε και με εμένα, το πολιτικά ανίδεο πρωτάκι στο  Πολυτεχνείο.

Έτσι, μετά από τρεις μέρες με αφήσανε, και ξημερώματα βρέθηκα στη Βασιλίσσης Σοφίας με μια κουβέρτα στο χέρι και με ταξί επέστρεψα στο σπίτι.

Τότε κατάλαβα τι πέρασαν οι γονείς μου οι οποίοι για μια εβδομάδα δεν γνωρίζανε τίποτα για εμένα. Τότε έμαθα οτι το βράδυ της Παρασκευής ξεκίνησε ο πατέρας μου από την Κολιάτσου όπου μέναμε για το Πολυτεχνείο να με βρει. Φτάνοντας στον ΟΤΕ, αντιλήφθηκε ελεύθερους σκοπευτές να ρίχνουν στο ψαχνό. Παρόλα αυτά έφτασε στη Σχολή, αλλά εκεί ήταν κλειστά και αποκλεισμένα και επέστρεψε από την ίδια επικίνδυνη διαδρομή που θα μπορούσε να του στοιχίσει τη ζωή.

Πέρασαν 50 χρόνια.Τόσο μακρινές μα και τόσο κοντινές και έντονες για μένα εκείνες οι ημέρες, αφού με σημάδεψαν για πάντα. Ποτέ δεν μίλησα για όλα αυτά, σήμερα λόγω της επετείου των 50 χρόνων, θεώρησα σκόπιμο να παραθέσω  κάποιες στιγμές απ´αυτή την προσωπική μου ιστορία, και εάν σε κάποιους τους φανει ασήμαντη και αδιάφορη, ας μη δώσουν σημασία και ας με συγχωρέσουν που τους κούρασα.