Scroll Top
testimonials_vasileiou

Μαρτυρίες: Έτα Βασιλείου

Για τη γενιά του Πολυτεχνείου*

Μικρές ιστορίες – Μια μεγάλη ιστορία

Κάποτε η Ιστορία ίσως γράψει ότι ήταν μια φορά κι έναν καιρό κάτι παιδιά που μέσα σε μια μονότονη, άχρωμη, μουντή, επιφανειακή καθημερινότητα έκαναν μια μέρα μια μεγάλη ανακάλυψη.

Με μια κιμωλία χαραγμένα στον πράσινο πίνακα, σ΄ένα διάλειμμα μεταξύ αρχαίων ελληνικών και ιστορίας, τρία ξενικά γράμματα: CHE.

Δεν έγινε γνωστό ποιος πήρε την κιμωλία και αντί να ζωγραφίσει, μέσα στο μικρό διάλειμμα, έγραψε την καινούρια σελίδα του επόμενου μαθήματος της Ιστορίας. Τα τρία γράμματα έμειναν εκεί την επόμενη ώρα και τα παιδιά αφηρημένα ή αφημένα στο χάζεμα του πίνακα προσπαθούσαν να καταλάβουν τι σημαίνουν.

Αν κάποιος ήξερε δεν έδωσε διευκρινίσεις. Κανείς δεν είπε έστω μια εκδοχή. Τα ερωτήματα έμειναν αναπάντητα μέχρι το τέλος του μαθήματος της ιστορίας όταν ο καθηγητής φεύγοντας είπε μόνo:

«Κι αυτός ο Λατινοαμερικάνος είναι εκτός ύλης και φέτος».

Τι δουλειά είχε ένας Λατινοαμερικάνος μέσα στην τάξη; Και τι περίεργο όνομα; Ποιος ήταν και τι ήθελε; Τα ερωτήματα έπεσαν βροχή κι έμειναν αιωρούμενα πάνω από τα εφηβικά κεφάλια.

Κι ύστερα, μετά από δυο μέρες, ένα στρουμπουλό, ξανθό σγουρόμαλλο αγόρι έφερε ένα χαρτί διπλωμένο. «Έχω να σας δείξω κάτι», είπε στους διπλανούς του στα τελευταία θρανία. Στο διάλειμμα τους αποκάλυψε μια φωτογραφία ενός νέου όμορφου άνδρα. «Αυτός είναι», είπε, «ο Τσε, ένας άνθρωπος, επαναστάτης. Ρώτησα τον πατέρα μου και μου την έδωσε. Τον σκότωσαν σε μια μακρινή χώρα της Λατινικής Αμερικής λίγους μήνες μετά το χαμό της ελευθερίας στη δική μας πατρίδα».

Και εκεί μπροστά στα απορημένα μάτια των κοριτσιών από τα πρώτα θρανία, ξεδίπλωσε μια συναρπαστική ιστορία.

Σαν παραμύθι για παιδιά που περίμεναν πώς και πώς να γίνουν άντρες – γυναίκες. Να γνωρίσουν τη ζωή. Να βρουν ιδανικά, όραμα, αρμονικά με τα αγνά νεανικά όνειρά τους.

Και μεγάλωσαν σε μια μέρα – σε μια νύχτα. Και άρχισαν να κάνουν όμορφα όνειρα, ατέλειωτες συζητήσεις, επίμονες αναζητήσεις. Να αμφιβάλλουν, να δυσπιστούν, να πιστεύουν, να ζητούν να μάθουν. Να κλείνονται, ώρες, στα εφηβικά δωμάτια σκυμμένα πάνω από ένα ραδιόφωνο. Να ακούν κρυφά με ευλάβεια τραγούδια που για πρώτη φορά γνώρισαν, βιβλία ψάχνοντας τις βιβλιοθήκες γονιών, συγγενών, ανακαλύπτοντας.

Μέσα σε ένα κυκεώνα οραμάτων να ερωτεύονται, να δίνουν όρκους αιώνιας πίστης και αφοσίωσης. Στα κοινά όνειρα που φτερούγιζαν στο μυαλό τους, στα ποιήματα που διάβαζαν και έψαχναν μαζί και στα δικά τους ποιήματα που έγραφαν το βράδυ στα κρεβάτια τους και διάβαζαν την άλλη μέρα στην αγαπημένη τους, στους φίλους.

Υψηλή τέχνη.

Το Φορτηγό, ο Σαββόπουλος, ο Θεοδωράκης, ο Μύρης (κι αυτός Δάσκαλος). Ο Ελύτης, ο Σεφέρης, ο Ρίτσος, ο Γληνός. Κι άλλοι αμέτρητοι.

Ονόματα που για πρώτη φορά αποστήθιζαν σ΄ ένα μάθημα ιστορίας που μόλις είχε αρχίσει.

Και πέρασαν χρόνια πολλά μέσα σε λίγες μέρες – όπως έλεγαν οι ποιητές.

Στα ξενύχτια του διαβάσματος για το απολυτήριο και τις εισαγωγικές.

Στις πλαγιές και στις παραλίες, στις μικρές εκδρομές μετά τις επιτυχίες στα Πανεπιστήμια και τα Πολυτεχνεία.

Στα κουτουκάκια της Καισαριανής με τα βαρέλια της ρετσίνας. Που τραγουδούσαν με τα μάτια μούσκεμα κι έσφιγγαν τα χέρια. Συνερπαμένοι από τις κουβέντες στις καφετέριες και στα πατάρια τους, στα Ιλίσια και στο κέντρο.

Στην Ευρωπαϊκή Κίνηση που καλά-καλά δεν ήξεραν τι σημαίνει, όταν έδωσαν τα πρώτα ραντεβού με την αγαπημένη τους. Αρκούσε να βρίσκονταν εκεί.

Στους τοπικούς συλλόγους ξεχασμένων περιοχών, που έστειλαν τα παιδιά τους να σπουδάσουν στην πόλη κι αυτά τους τίμησαν χτίζοντας μνημεία αντίστασης. Με σύγχρονους ήρωες που τ΄όνομά τους έκανε το γύρο της πόλης μέσα σε μια μέρα.

Όμορφα. Όπως όμορφα ήταν και τα όνειρά τους για χώρες άγνωστες. Όπως ελκυστικό ήταν το άγνωστο αύριο που βιάζονταν να γνωρίσουν.

Στις συνελεύσεις που μαζεύονταν να συζητήσουν τα προβλήματα τους με ένταση. Και κρέμονταν σαν λαχταριστά τσαμπιά από ώριμο σταφύλι από τα έδρανα, τα παράθυρα και τις πόρτες. Και στη μέση ανεβασμένο στο πιο ψηλό έδρανο το λεπτό ξανθό πανέμορφο κορίτσι με τα γαλάζια, σαν της θάλασσάς του μάτια και τη σεντόρεια φωνή. Στη Νομική, στο Πολυτεχνείο και τις άλλες σχολές που έσφυζαν από νιάτα και έβραζαν.

Αυτοί κι όλοι άλλοι μαζί στους δρόμους σ΄ένα προσκύνημα στις απλές, μεγάλες ανθρώπινες αξίες. “Ψωμί- Παιδεία- Ελευθερία”. Την αγάπη για την ελευθερία, τη δημοκρατία, την ισότητα, την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών, την επικοινωνία, την τέχνη, την ειρήνη.

Η πόρτα του Πολυτεχνείου, όλη η είσοδος, τα μαρμάρινα σκαλιά και η γαλανόλευκη σημαία βάφτηκαν ανεξίτηλα με αίμα. Σαν το χρώμα του τελευταίου δειλινού που έλουζε μέσα τον ονειρεμένο κόσμο της νιότης που ξεσηκώθηκε. Στην αγκαλιά των αδελφών, των γονιών, των δασκάλων, των φίλων, των γειτόνων, του λαού που βρισκόταν απ΄έξω. Κι αυτών που τους είχαν βαθιά στην καρδιά τους και στη σκέψη τους στα ξένα μέρη και στις εξορίες της ζωής. Και αναγάλλιαζαν και τραγουδούσαν με τα μεγάφωνα που συνόδευαν τα συνθήματα. Που τα διέκοπταν οι νεανικές φωνές που έδιναν το παρών στα ραδιόφωνα. Που αντηχούσαν στα σπίτια και στους τόπους δουλειάς.

Οι γύρω δρόμοι και τα πεζοδρόμια δεν έφταναν να χωρέσει το ανθρώπινο ποτάμι που πλημμύρισε εκείνη τη νύχτα. Και οι καρδιές που χτυπούσαν στο ρυθμό της μουσικής των ανθρώπινων φωνών κάλυπταν τους υπόκωφους ήχους των ερπυστριών που όργωναν το τσιμέντο, κατεβαίνοντας, την πλατιά λεωφόρο Αλεξάνδρας. Μέχρι που οι προβολείς των τανκς πάγωσαν με το ψυχρό φως τους το νεανικό οδόφραγμα με τις πλαστικές καρέκλες του καλοκαιριού από το διπλανό καφενείο. Ένα φως απόκοσμο που δεν φώτιζε αλλά έφερνε το σκοτάδι. Το απόλυτο. Με την οσμή των δακρυγόνων να κυριαρχεί πλέον και τον ήχο των ποδιών των ανθρώπων.

Η κυρία -γόνος μιας γνωστής οικογένειας- πηγαινοερχόταν στο σαλόνι του σπιτιού της που ήταν φίσκα από παιδιά με δακρυσμένα μάτια και τους μοίραζε βαζελίνη, λεμόνια και τσάι με μπισκότα σοκολάτα. Έξω ακούγονταν ερπύστριες και σφαίρες. Από κάτω οι κλούβες γέμιζαν από ανθρώπινα κορμιά που τα έσερναν.

Κι εκείνα στριμωγμένα στις σκοτεινές μπαλκονόπορτες σκέφτονταν τι άραγε να ‘χε ετοιμάσει εκείνη τη βραδιά η μάνα τους.

Και πέρασε χρόνος πολύς μέσα σε μια νύχτα μέχρι το χάραμα.

Κι άρχισαν οι μακρυνοί περίπατοι, τις νύχτες που ήρθαν, στους μεγάλους δρόμους της Αθήνας αλλά και των άλλων πόλεων. Δυο-δυο με μικρά γραμμένα στο χέρι χαρτάκια, μ΄ένα πινέλο, με μια πυκνογραμμένη εφημερίδα. Στην Καισαριανή, στη Νέα Ιωνία, στους Αμπελόκηπους, στου Ζωγράφου, στο κέντρο της Αθήνας.

Οι ατέλειωτες ώρες ορθοστασίας τις νύχτες εκεί κοντά στο ΕΑΤ-ΕΣΑ, στημένοι σ΄ένα ραντεβού με το κορίτσι ή το αγόρι που δεν μπορούσε να έρθει.

Τα ραντεβού που έγιναν αργότερα -κατακαλόκαιρο της ελευθερίας- έξω από τις φυλακές, στα λιμάνια και στα αεροδρόμια. Όπου οι καρδιές χτυπούσαν δυνατά και οι ερωτευμένοι νέοι χάθηκαν στις αγκαλιές. Επιτέλους είχαν συναντηθεί. Μια καινούρια ζωή ξεκινούσε.

Η Ιστορία που χτυπούσε ασταμάτητα τα πλήκτρα της παλιάς γραφομηχανής σταμάτησε για λίγο.

Μπήκε κι αυτή στο πανηγύρι. Έπιασε τα πανό, αφίσες, λάβαρα, σημαίες κι έκανε βόλτες στην πολύβουη χώρα. Τραγούδησε στις κατάμεστες πλατείες και στα γήπεδα, χόρεψε, ήπιε στης λύτρωσης το ξέσπασμα.

Και περάσανε χρόνια πολλά μέσα σε λίγες μέρες – κάτι τέτοιο έλεγαν οι ποιητές.

Κι ύστερα ανασκουμπώθηκε, πήρε τα εργαλεία της κι άρχισε να τακτοποιεί, να κατασκευάζει, να συγυρίζει, να φτιάχνει, να βάζει σε μια σειρά όλα αυτά που ανακατεύτηκαν κι έγιναν ένα κουβάρι.

Πήρε μολύβι και χαρτί κι άρχισε να μοιράζει ρόλους και δουλειές.

Η Ιστορία διψούσε για δημιουργία. Γρήγορα για να κερδίσει τον χαμένο καιρό.

Οι έφηβοι που μεγάλωσαν, λίγο, τράβηξαν από το χέρι τους πατεράδες τους και τους παππούδες τους που είχαν ξεχαστεί τελευταίοι στα καφενεία. Κι αυτοί σηκώθηκαν, ξανάνιωσαν και ακολούθησαν τα παιδιά που είχαν μεγαλώσει, πολύ.

Δυο-τρεις γενιές, χέρι-χέρι, να χτίσουν, να δημιουργήσουν, να καλύψουν το μεγάλο κενό που τους χώριζε.

Και ήρθαν όμορφοι άνδρες ερωτεύσιμοι, κάποιοι κουτσαίνοντας από τα πληγιασμένα πόδια και άλλοι πολλοί. Και γυναίκες με πλατύ χαμόγελο και μεγάλα αχόρταγα για ζωή μάτια.«Πρόσωπα μυθικά» για όσους τους πίστευαν.

Τα παιδιά προχώρησαν μπροστά και αγάπησαν τους καινούριους και τους παλιούς.

Και ρίχτηκαν στο ποτάμι της γνώσης, της δουλειάς, του αγώνα, της δημιουργίας, της ζωής. Με τους πολλούς χειμάρρους τα απρόσμενα βράχια, τις εύκολες και δυσπρόσιτες όχθες, τα τέλματα, τους καταρράκτες και τις υδροηλεκτρικές πηγές ενέργειας.

Καθένας κάπου άφησε ένα κομμάτι του, άλλος μικρό, άλλος μεγάλο, άλλος απειροελάχιστο. Πέτρες που έγιναν φράγματα ή έσπασαν σε χιλιάδες κομματάκια και σκορπίστηκαν στην κοίτη ή κατάφεραν να βγουν μαζί με το ποτάμι και να λουστούν στα νερά της απέραντης θάλασσας.

Η Έτα Βασιλείου έστειλε στην ιστοσελίδα μας το παραπάνω κείμενο από το βιβλίο της Εφημέρα και ποιητικά, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2013, σήμερα εξαντλημένο.